Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Η κοινωνική ψυχολογία του τόπου

Ο δεσμός που αναπτύσσει ένα άτομο με έναν τόπο δημιουργείται μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες, τις αναμνήσεις και τα βιώματά του. Η σχέση αυτή εκφράζεται ως συναισθηματική προσκόλληση, αίσθημα οικειότητας ή επιθυμία να παραμένει κοντά στον συγκεκριμένο τόπο. Δεν αφορά μόνο τα φυσικά χαρακτηριστικά του χώρου, αλλά και τα συναισθήματα, τις αναμνήσεις και τους συμβολισμούς που συνδέονται με αυτόν και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τόσο τον χώρο όσο και τον ίδιο του τον εαυτό.

 

Σύμφωνα με την κοινωνική ψυχολογία του τόπου, οι σημασίες και τα νοήματα που αποδίδουμε σε έναν χώρο επηρεάζουν την ταυτότητά μας, τις στάσεις μας και τις συμπεριφορές μας απέναντί του. Οι προσωπικές εμπειρίες, οι αξιολογήσεις που κάνουμε και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας συνδυάζονται και διαμορφώνουν τον βαθμό της συναισθηματικής μας σύνδεσης με έναν τόπο, το πόσο ταυτιζόμαστε μαζί του και το επίπεδο ικανοποίησης που αντλούμε από τη ζωή σε αυτόν.

Παράλληλα, οι συμβολικές σημασίες που αποκτά ένας τόπος λειτουργούν ως μέσο έκφρασης της προσωπικής μας ταυτότητας. Μέσα από τον χώρο προβάλλονται στοιχεία του εαυτού μας, των αξιών, των εμπειριών και της προσωπικής μας ιστορίας, δημιουργώντας μια μοναδική και υποκειμενική αντίληψη για τον συγκεκριμένο τόπο.

Η σχέση αυτή δεν διαμορφώνεται μόνο από εσωτερικούς ψυχολογικούς παράγοντες, αλλά και από τις πραγματικές συνθήκες του περιβάλλοντος, όπως η ποιότητα ζωής, οι κοινωνικές σχέσεις, η ασφάλεια, η πρόσβαση σε υπηρεσίες και οι επιδράσεις τους στην υγεία και την ευημερία των κατοίκων. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στις προσωπικές εμπειρίες και στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον συμβάλλει στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης πολιτισμικής ταυτότητας και του χαρακτήρα κάθε τόπου.

Η έννοια της ταυτότητας του τόπου χρησιμοποιείται σήμερα ως σημαντικό θεωρητικό και ερευνητικό εργαλείο για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τον χώρο, εξηγώντας παράλληλα τις διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ περιοχών ως προς την υγεία, την ποιότητα ζωής, τη συμμετοχή των πολιτών στην κοινότητα, καθώς και τη συλλογική κοινωνική δράση.

Η έννοια της λαϊκής γνώσης (lay knowledge) ή λαϊκών πεποιθήσεων αναφέρεται στις αντιλήψεις, τις ερμηνείες και τις εξηγήσεις που διαμορφώνουν οι άνθρωποι για την υγεία, την ασθένεια και την καθημερινή ζωή μέσα από τις προσωπικές τους εμπειρίες, τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και το πολιτισμικό τους περιβάλλον, ανεξάρτητα από την επιστημονική ή ιατρική γνώση. Σύμφωνα με τους Popay και συνεργάτες (1998), η λαϊκή γνώση δεν αποτελεί μια απλή ή ελλιπή μορφή γνώσης, αλλά έναν ολοκληρωμένο τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας, ο οποίος βασίζεται στις αφηγήσεις, στις εμπειρίες και στα νοήματα που αποδίδουν οι άνθρωποι στα γεγονότα της ζωής τους.

Οι λαϊκές πεποιθήσεις διαμορφώνονται μέσα από την οικογένεια, την κοινότητα, τις πολιτισμικές αξίες και τις προσωπικές εμπειρίες και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τα αίτια της υγείας και της ασθένειας, αξιολογούν τους κινδύνους, λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τη φροντίδα της υγείας τους και υιοθετούν συγκεκριμένες συμπεριφορές. Με άλλα λόγια, αποτελούν ένα σύστημα γνώσης που καθοδηγεί τις καθημερινές πρακτικές και τις επιλογές των ανθρώπων.

Οι Popay et al. (1998) υποστηρίζουν ότι η κατανόηση των ανισοτήτων στην υγεία δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε βιοϊατρικούς ή επιδημιολογικούς δείκτες. Είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη και οι αφηγήσεις των ίδιων των ανθρώπων, καθώς μέσα από αυτές αποκαλύπτονται οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες που επηρεάζουν την υγεία και την ευημερία τους. Η λαϊκή γνώση λειτουργεί ως μέσο μέσω του οποίου τα άτομα ερμηνεύουν τις εμπειρίες τους, δίνουν νόημα στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και αποφασίζουν πώς θα δράσουν στο πλαίσιο της καθημερινής τους ζωής.

Επομένως, η λαϊκή γνώση θεωρείται σήμερα σημαντικό συμπλήρωμα της επιστημονικής γνώσης, καθώς συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των συμπεριφορών υγείας, της σχέσης των ανθρώπων με το κοινωνικό και φυσικό τους περιβάλλον και των παραγόντων που επηρεάζουν τις αποφάσεις τους. Η αξιοποίηση των εμπειριών και των πεποιθήσεων των πολιτών μπορεί να οδηγήσει στον σχεδιασμό αποτελεσματικότερων παρεμβάσεων και πολιτικών δημόσιας υγείας, οι οποίες ανταποκρίνονται καλύτερα στις πραγματικές ανάγκες των κοινοτήτων.

 

Πηγή

Αναστασία Ζήση, 2013, Κοινωνία, Κοινότητα και Ψυχική Υγεία. Εκδόσεις Gutenberg.

Popay, J., Williams, G., Thomas, C., & Gatrell, T. (1998). Theorising inequalities in health: The place of lay knowledge. Sociology of Health & Illness, 20(5), 619–644.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

 

 

Η συναίνεση για Σεξ με Έναν Άγνωστο…

Μέσα από τη μελέτη ψυχολογικών ερευνών

Έρευνες δείχνουν ότι άνδρες και γυναίκες διαφέρουν, κατά μέσο όρο, ως προς την επιθυμία για σεξουαλική ποικιλία. Ένα από τα πιο γνωστά πειράματα πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα (Clark & Hatfield, 1989). Στην έρευνα αυτή, συνεργάτες των ερευνητών πλησίαζαν άτομα του αντίθετου φύλου και, αφού συστήνονταν, τους έκαναν μία από τρεις προτάσεις: να βγουν ραντεβού, να επισκεφθούν το διαμέρισμά τους ή να κάνουν σεξ την ίδια ημέρα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι άνδρες και γυναίκες ανταποκρίθηκαν παρόμοια στην πρόταση για ραντεβού (περίπου οι μισοί συμφώνησαν). Ωστόσο, στις πιο άμεσες προτάσεις υπήρξαν μεγάλες διαφορές. Από τις γυναίκες, μόνο το 6% δέχτηκε να πάει στο διαμέρισμα του άγνωστου και καμία δεν δέχτηκε να κάνει σεξ. Αντίθετα, το 69% των ανδρών δέχτηκε την πρόσκληση στο διαμέρισμα και το 75% συμφώνησε να κάνει σεξ.

 

Επιπλέον, οι αντιδράσεις ήταν διαφορετικές. Πολλές γυναίκες ένιωσαν άβολα ή προσβλήθηκαν από την πρόταση για σεξ, ενώ αρκετοί άνδρες τη θεώρησαν κολακευτική. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν την εξελικτική άποψη ότι οι άνδρες, κατά μέσο όρο, αναζητούν μεγαλύτερη σεξουαλική ποικιλία από τις γυναίκες. Άλλες έρευνες δείχνουν επίσης ότι οι άνδρες έχουν συχνότερα σεξουαλικές φαντασιώσεις, φαντάζονται περισσότερους από έναν συντρόφους και εμφανίζονται πιο θετικοί απέναντι στο περιστασιακό σεξ. Ωστόσο, η δημοσιογράφος Natalie Angier υποστήριξε ότι οι γυναίκες ίσως απορρίπτουν τέτοιες προτάσεις κυρίως επειδή ανησυχούν για την προσωπική τους ασφάλεια και όχι επειδή έχουν μικρότερη σεξουαλική επιθυμία.

Για να εξετάσει αυτή την εξήγηση, ο Russell Clark επανέλαβε το πείραμα σε άλλο δείγμα και βρήκε σχεδόν τα ίδια αποτελέσματα. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι πολλές γυναίκες δέχονταν να βγουν ραντεβού με έναν άγνωστο, γεγονός που δείχνει ότι η ασφάλεια δεν εξηγεί από μόνη της τις διαφορές. Όταν ζητήθηκε από όσους αρνήθηκαν να εξηγήσουν τον λόγο, άνδρες και γυναίκες έδωσαν παρόμοιες απαντήσεις, όπως ότι είχαν ήδη σχέση ή ότι δεν γνώριζαν αρκετά καλά το άλλο άτομο. Παρόμοια αποτελέσματα έχουν βρεθεί και σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Δανία, γεγονός που δείχνει ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε μια άλλη μελέτη, οι ερευνητές προσπάθησαν να μειώσουν τις ανησυχίες για την ασφάλεια. Ένας στενός φίλος των συμμετεχόντων διαβεβαίωνε ότι ο άγνωστος ήταν αξιόπιστος, ευγενικός και ελκυστικός. Σχεδόν όλοι, άνδρες και γυναίκες, δέχτηκαν να βγουν ραντεβού. Όταν όμως η πρόταση αφορούσε σεξ, το 50% των ανδρών συμφώνησε, ενώ μόνο το 5% των γυναικών δέχτηκε. Αυτό δείχνει ότι η αίσθηση ασφάλειας αυξάνει ελαφρώς την αποδοχή των γυναικών, αλλά δεν εξαλείφει τη διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα.

Αργότερα, η ίδια μελέτη επαναλήφθηκε σε τρεις χώρες (Γερμανία, Ιταλία και ΗΠΑ), λαμβάνοντας υπόψη και την ελκυστικότητα του ατόμου που έκανε την πρόταση. Όταν το άτομο θεωρούνταν ιδιαίτερα ελκυστικό, τα ποσοστά αποδοχής αυξάνονταν και για τα δύο φύλα. Παρ' όλα αυτά, οι άνδρες συνέχισαν να αποδέχονται πολύ συχνότερα την πρόταση για σεξ (83%) σε σχέση με τις γυναίκες (24%). Αντίστοιχες διαφορές έχουν βρεθεί και στην επιθυμία για εξωσυζυγικές ή παράλληλες σχέσεις. Σε διάφορες έρευνες, σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ανδρών, σε σύγκριση με τις γυναίκες, δήλωσε ότι θα επιθυμούσε να έχει ερωτική σχέση με άλλο άτομο εκτός της σταθερής του σχέσης ή του γάμου.

Βέβαια, είναι πιθανό οι γυναίκες να εκφράζουν πιο συγκρατημένα τις πραγματικές τους επιθυμίες λόγω κοινωνικών πιέσεων ή φόβου αρνητικής κριτικής. Παρ' όλα αυτά, επειδή τα ίδια ευρήματα έχουν επαναληφθεί σε πολλές διαφορετικές μελέτες, χώρες και μεθόδους, οι ερευνητές καταλήγουν ότι, κατά μέσο όρο, οι άνδρες εμφανίζουν μεγαλύτερη επιθυμία για ποικιλία σεξουαλικών συντρόφων από ό,τι οι γυναίκες.

Συνοψίζοντας, οι έρευνες δείχνουν ότι, κατά μέσο όρο, οι άνδρες εμφανίζουν μεγαλύτερη προθυμία από τις γυναίκες για περιστασιακές σεξουαλικές σχέσεις και μεγαλύτερη επιθυμία για ποικιλία σεξουαλικών συντρόφων. Η διαφορά αυτή παρατηρείται σε πολλές μελέτες, σε διαφορετικές χώρες και με διαφορετικές ερευνητικές μεθόδους.

Παρότι παράγοντες όπως η προσωπική ασφάλεια, η ελκυστικότητα του πιθανού συντρόφου και οι κοινωνικές πιέσεις επηρεάζουν τις αποφάσεις των γυναικών, δεν φαίνεται να εξηγούν πλήρως τις διαφορές που καταγράφονται. Έτσι, οι ερευνητές θεωρούν ότι οι διαφορές αυτές είναι σταθερές και πιθανόν οφείλονται σε συνδυασμό βιολογικών, εξελικτικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα συμπεράσματα αφορούν μέσους όρους μεταξύ των δύο φύλων και όχι κάθε άτομο ξεχωριστά. Υπάρχουν πολλές ατομικές διαφορές και δεν ισχύει ότι όλοι οι άνδρες ή όλες οι γυναίκες συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο.

 

Πηγή:

R.J.Larsen & D. M. Buss, 2020, Ψυχολογία της Προσωπικότητας, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.  

 

 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ανεκδήλωτος εγωτισμός

Η επίδραση ονόματος- γράμματος

Η έννοια του ανεκδήλωτου εγωτισμού αναφέρεται στην τάση των ανθρώπων να εμφανίζουν θετικές προτιμήσεις για στοιχεία που συνδέονται με τον ίδιο τους τον εαυτό, χωρίς απαραίτητα να αντιλαμβάνονται ότι αυτές οι προτιμήσεις επηρεάζουν τις αποφάσεις και τη συμπεριφορά τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη επίδραση του ονόματος–γράμματος, η οποία μελετήθηκε αρχικά από τον Nuttin (1985). Η συγκεκριμένη επίδραση υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται, σε κάποιο βαθμό, μεγαλύτερη έλξη προς γράμματα που υπάρχουν στο όνομά τους, χωρίς να έχουν συνειδητή επίγνωση αυτής της προτίμησης.

 

Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι η επίδραση αυτή ενδέχεται να επεκτείνεται και σε σημαντικές επιλογές της καθημερινής ζωής. Έχει υποστηριχθεί ότι οι άνθρωποι μπορεί να εμφανίζουν μια μικρή αλλά συστηματική προτίμηση για τόπους, επαγγέλματα ή άλλες επιλογές που παρουσιάζουν κάποια ομοιότητα με το όνομα ή τα αρχικά τους. Για παράδειγμα, σε ορισμένες μελέτες παρατηρήθηκε ότι άτομα με συγκεκριμένα ονόματα εμφανίζονταν συχνότερα σε πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών των οποίων η ονομασία παρουσίαζε ομοιότητα με το μικρό τους όνομα. Έτσι, άτομα με το όνομα George φάνηκε να εμφανίζουν αυξημένη πιθανότητα να εγκατασταθούν στη Georgia, ενώ αντίστοιχες συσχετίσεις έχουν αναφερθεί για ονόματα όπως Florence–Florida, Kenneth–Kentucky και Louise–Louisiana. Στο ίδιο πλαίσιο, το όνομα Virginia παρουσιάζει ενδιαφέρον λόγω της ομοιότητάς του με την πολιτεία Virginia.

Η επίδραση του ανεκδήλωτου εγωτισμού έχει εξεταστεί και σε σχέση με τις επαγγελματικές επιλογές. Σε ορισμένες έρευνες έχει παρατηρηθεί ότι άνθρωποι των οποίων τα ονόματα μοιάζουν με λέξεις που σχετίζονται με συγκεκριμένα επαγγέλματα ενδέχεται να εμφανίζονται ελαφρώς συχνότερα σε αυτά τα επαγγέλματα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα ονόματα Denis και Denise, τα οποία παρουσιάζουν φωνητική ομοιότητα με τη λέξη dentist (οδοντίατρος), καθώς και τα ονόματα Laura και Lawrence, τα οποία έχουν συσχετιστεί ερευνητικά με τη λέξη law και, επομένως, με επαγγέλματα που σχετίζονται με τον νομικό χώρο.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να τονιστεί ότι οι συγκεκριμένες επιδράσεις είναι συνήθως μικρές σε μέγεθος και δεν σημαίνουν ότι το όνομα ενός ανθρώπου καθορίζει τις επιλογές ή την πορεία της ζωής του. Πρόκειται περισσότερο για πιθανές στατιστικές τάσεις, οι οποίες μπορεί να λειτουργούν παράλληλα με πολλούς άλλους και σαφώς σημαντικότερους παράγοντες, όπως η οικογένεια, το κοινωνικό περιβάλλον, οι ικανότητες, οι ευκαιρίες και οι προσωπικές εμπειρίες. Παρ’ όλα αυτά, η επαναλαμβανόμενη μελέτη παρόμοιων φαινομένων οδήγησε τους ερευνητές στην ιδέα ότι ο εαυτός μπορεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά ακόμη και όταν το άτομο δεν έχει συνειδητή επίγνωση αυτής της επιρροής.

Οι συγκεκριμένες προτιμήσεις χαρακτηρίζονται ως «ανεκδήλωτες» ή «σιωπηρές» εκφράσεις εγωτισμού, επειδή το άτομο συνήθως δεν αναγνωρίζει ότι το προσωπικό του όνομα ή άλλα στοιχεία της ταυτότητάς του μπορεί να επηρεάζουν τις επιλογές του. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρεί ότι μια συγκεκριμένη επιλογή είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά λογικής σκέψης, προσωπικού ενδιαφέροντος ή αντικειμενικής αξιολόγησης, ενώ παράλληλα μπορεί να υπάρχει μια ασυνείδητη προτίμηση που σχετίζεται με την εικόνα του εαυτού του.

Η έννοια του εαυτού αποτελεί, επομένως, σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της προσωπικότητας. Ο εαυτός περιλαμβάνει τις γνώσεις, τις αντιλήψεις, τις αναμνήσεις και τις αξιολογήσεις που έχει ένα άτομο σχετικά με τον ίδιο του τον εαυτό. Από αυτή την άποψη, υπάρχει σημαντική επικάλυψη ανάμεσα στη μελέτη της προσωπικότητας και στη μελέτη της αυτοαντίληψης. Για παράδειγμα, τα ερωτηματολόγια προσωπικότητας που βασίζονται στην αυτοαναφορά ζητούν από το άτομο να περιγράψει τον εαυτό του, τις συνήθειες, τις συναισθηματικές του αντιδράσεις και τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του. Επομένως, τόσο η μέτρηση της προσωπικότητας όσο και η μέτρηση της έννοιας του εαυτού στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται και αξιολογεί τον εαυτό του.

Ωστόσο, η προσωπικότητα δεν περιορίζεται μόνο σε όσα γνωρίζει και μπορεί να περιγράψει συνειδητά το άτομο. Οι ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις υποστηρίζουν ότι σημαντικό μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς μπορεί να επηρεάζεται από ασυνείδητες διεργασίες, επιθυμίες, συγκρούσεις και κίνητρα. Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι πάντοτε άμεσα προσβάσιμοι μέσω της αυτοαναφοράς, καθώς το άτομο μπορεί να μην έχει επίγνωση της ύπαρξής τους ή του τρόπου με τον οποίο επηρεάζουν τη συμπεριφορά του. Με αυτή την έννοια, η προσωπικότητα περιλαμβάνει τόσο τις συνειδητές πλευρές του εαυτού όσο και βαθύτερες ψυχολογικές διεργασίες που δεν είναι εύκολο να αναγνωριστούν από το ίδιο το άτομο.

Παράλληλα, η κοινωνικογνωστική προσέγγιση της προσωπικότητας επαναφέρει τον εαυτό στο επίκεντρο, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι αντιλήψεις, οι πεποιθήσεις και οι προσδοκίες ενός ατόμου επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τον κοινωνικό κόσμο. Ο τρόπος με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του επηρεάζει τις σχέσεις του με τους άλλους, τις προσδοκίες του, τους στόχους που θέτει και τις αποφάσεις που λαμβάνει.

Έτσι, ο εαυτός μπορεί να θεωρηθεί ως ένα κεντρικό σημείο αναφοράς της κοινωνικής και ψυχολογικής ζωής του ανθρώπου. Ο ανεκδήλωτος εγωτισμός αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη σημασία, καθώς δείχνει ότι η σύνδεση του ατόμου με τον εαυτό του μπορεί να επηρεάζει ακόμη και φαινομενικά άσχετες επιλογές, χωρίς το ίδιο να αντιλαμβάνεται πάντοτε την επιρροή αυτή. Με αυτόν τον τρόπο, η μελέτη του ανεκδήλωτου εγωτισμού συμβάλλει στην ευρύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι συνειδητές και ασυνείδητες πλευρές του εαυτού συμμετέχουν στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

 

Πηγή:

D.L. Schacter et al., 2025, Ψυχολογία, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.

Nuttin, J. M., Jr. (1985). Narcissism beyond Gestalt and awareness: The name-letter effect. European Journal of Social Psychology, 15(3), 353–361.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Μέσα κοινωνικής δικτύωσης -αναρτήσεις μίσους και εγκλήματα μίσους

Πώς συνδέονται όλα αυτά;

Το 2004 ο Mark Zuckerberg δημιούργησε το Facebook ως ένα απλό μέσο κοινωνικής δικτύωσης για φοιτητές, χωρίς να φαντάζεται ότι θα εξελισσόταν σε μία από τις ισχυρότερες τεχνολογικές εταιρείες στον κόσμο. Αν και η πλατφόρμα προσφέρει δυνατότητες επικοινωνίας και ανταλλαγής προσωπικών στιγμών, δημιουργεί παράλληλα ερωτήματα σχετικά με το αν μπορεί να ενισχύσει και αρνητικές ανθρώπινες συμπεριφορές, όπως η διάδοση μίσους και η υποκίνηση βίας.

 

Οι ψυχολόγοι Karsten Müller και Carlo Schwarz προσπάθησαν να εξετάσουν αυτό το ζήτημα μελετώντας τη σχέση ανάμεσα στις αναρτήσεις μίσους κατά των προσφύγων στο Facebook του γερμανικού ακροδεξιού κόμματος AfD και στα εγκλήματα μίσους εναντίον προσφύγων στη Γερμανία. Αρχικά διαπίστωσαν ότι υπήρχε θετική συσχέτιση: όσο αυξάνονταν οι αναρτήσεις κατά των προσφύγων, αυξάνονταν και τα περιστατικά βίας εναντίον τους.

Ωστόσο, η απλή συσχέτιση δεν αποδεικνύει ότι το ένα φαινόμενο προκαλεί το άλλο. Είναι πιθανό οι αναρτήσεις μίσους να οδηγούν σε εγκλήματα μίσους, αλλά θα μπορούσε επίσης να συμβαίνει το αντίστροφο ή να επηρεάζονται και τα δύο από κάποιον τρίτο παράγοντα. Για να εξετάσουν αν υπήρχε πραγματική αιτιώδης σχέση, οι ερευνητές αξιοποίησαν ένα φυσικό «πείραμα». Οι συχνές διακοπές του διαδικτύου στη Γερμανία είχαν ως αποτέλεσμα το Facebook να τίθεται προσωρινά εκτός λειτουργίας σε τυχαίες χρονικές στιγμές. Όταν το Facebook δεν λειτουργούσε, μειώνονταν τα εγκλήματα μίσους, ενώ όταν επανερχόταν η λειτουργία του, τα εγκλήματα αυξάνονταν ξανά.

Επειδή οι διακοπές αυτές δεν προκαλούνταν από ανθρώπινη επιλογή αλλά συνέβαιναν τυχαία, οι ερευνητές μπόρεσαν να τις χρησιμοποιήσουν σαν πειραματικό χειρισμό. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η έκθεση σε αναρτήσεις μίσους στα κοινωνικά δίκτυα δεν συνδέεται απλώς με αρνητικές στάσεις, αλλά μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση πραγματικών πράξεων μίσους.

Η μελέτη αυτή αναδεικνύει ένα σημαντικό πρόβλημα στην ψυχολογική έρευνα: οι ερευνητές συχνά πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στην παρατήρηση πραγματικών φαινομένων χωρίς βεβαιότητα για την αιτία και στα εργαστηριακά πειράματα που προσφέρουν αιτιότητα, αλλά ίσως δεν αντανακλούν πλήρως την πραγματική ζωή. Όταν η ίδια η πραγματικότητα δημιουργεί τυχαίες συνθήκες που επιτρέπουν πειραματική ανάλυση, οι επιστήμονες μπορούν να μελετήσουν πιο αξιόπιστα πολύπλοκα κοινωνικά ζητήματα.

Εν κατακλείδι, η εν λόγω έρευνα δείχνει ότι οι αναρτήσεις μίσους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να έχουν πραγματικές συνέπειες, καθώς ενδέχεται να ενισχύουν την εκδήλωση εγκλημάτων μίσους και όχι μόνο να επηρεάζουν τις στάσεις και τις απόψεις των ανθρώπων. Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία των φυσικών πειραμάτων στην ψυχολογική έρευνα, επειδή προσφέρουν τη δυνατότητα να διερευνώνται σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος σε πραγματικές συνθήκες, όπου τα κλασικά εργαστηριακά πειράματα δεν είναι εφικτά. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη για υπεύθυνη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και για αποτελεσματικές πολιτικές που θα περιορίζουν τη διάδοση του λόγου μίσους και θα προστατεύουν τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

 

Πηγή:

D.L. Schacter et al., 2025, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Freud, Jung & May: Το δαινομικό στοιχείο

Ο Sperber χρησιμοποιεί την έννοια του δαιμονικού για να περιγράψει ισχυρές εσωτερικές δυνάμεις ή παρορμήσεις που μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Αυτές μπορεί να είναι η σεξουαλικότητα, η επιθυμία, ο έρωτας, η επιθετικότητα, ο θυμός, η οργή ή η ανάγκη για δύναμη. Το σημαντικό είναι ότι αυτές οι δυνάμεις δεν είναι απαραίτητα αρνητικές· μπορούν να οδηγήσουν τόσο σε δημιουργικές όσο και σε καταστροφικές εκδηλώσεις.

 

Ο Sperber εξετάζει την έννοια μέσα από τρία διαφορετικά θεωρητικά πλαίσια:

Freud: οι ισχυρές παρορμήσεις συνδέονται περισσότερο με ασυνείδητες ψυχικές δυνάμεις και ενστικτώδεις ορμές.

Jung: το δαιμονικό μπορεί να συνδεθεί με βαθύτερες πλευρές της ψυχής και με την ευρύτερη έννοια της ψυχικής ενέργειας, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στη σεξουαλικότητα.

Υπαρξισμός: δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην ελευθερία, την επιλογή και την προσωπική ευθύνη απέναντι στις εσωτερικές δυνάμεις.

Η υπαρξιακή διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική: ο άνθρωπος δεν είναι υποχρεωτικά υποδουλωμένος στις παρορμήσεις του. Μπορεί να τις αναγνωρίσει, να τις βιώσει συνειδητά και να αποφασίσει πώς θα τις εκφράσει. Σε σχετική αναπαραγωγή αποσπάσματος του άρθρου τονίζεται ότι το άτομο μπορεί να σταθεί απέναντι στη δαιμονική εμπειρία, να «παύσει» και στη συνέχεια να αποφασίσει αν, πότε και πώς θα ενεργήσει πάνω στην παρόρμηση.

Επομένως, το δαιμονικό δεν ταυτίζεται με το κακό. Είναι περισσότερο μια ισχυρή, πρωταρχική ψυχική ενέργεια που μπορεί να πάρει διαφορετική κατεύθυνση. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μια τέτοια δύναμη καταλαμβάνει υπερβολικά την προσωπικότητα και περιορίζει την ελευθερία επιλογής.

Η συζήτηση του Sperber βρίσκεται πολύ κοντά στην υπαρξιακή αντίληψη του Rollo May για το daimonic. Για τον May, το δαιμονικό μπορεί να αφορά φυσικές ανθρώπινες δυνάμεις όπως ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, η οργή και η επιθυμία για δύναμη. Αυτές μπορούν να γίνουν δημιουργικές ή καταστροφικές ανάλογα με το πώς ενσωματώνονται στη συνειδητή ζωή του ατόμου.

Ο Sperber παρουσιάζει το «δαιμονικό» ως μια βαθιά και ισχυρή ψυχική δύναμη που μπορεί να εκδηλωθεί τόσο δημιουργικά όσο και καταστροφικά. Εξετάζοντας την έννοια από τη φροϋδική, τη γιουνγκιανή και την υπαρξιακή σκοπιά, υπογραμμίζει ιδιαίτερα την υπαρξιακή δυνατότητα του ανθρώπου να μην παραμένει παθητικός απέναντι στις εσωτερικές του παρορμήσεις, αλλά να τις αναγνωρίζει, να τις ενσωματώνει στη συνείδησή του και να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίο θα τις εκφράσει. Έτσι, η ψυχολογική υγεία δεν σημαίνει εξάλειψη του «δαιμονικού», αλλά συνειδητή σχέση και δημιουργική διαχείρισή του.

 

Πηγή:

Sperber, M. (1975). The daimonic: Freudian, Jungian, and existential perspectives. The Journal of Analytical Psychology, 20(1), 41–49.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.


Ludwig Binswanger: Η ζωή του και το έργο του

Ο Ludwig Binswanger αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες μορφές της υπαρξιακής ψυχιατρικής, καθώς επιχείρησε να μεταφέρει τη φαινομενολογική μέθοδο στη μελέτη της ψυχικής ζωής. Με αυτόν τον τρόπο απομακρύνθηκε από το πρότυπο των φυσικών επιστημών, το οποίο αντιμετώπιζε τον άνθρωπο κυρίως ως αντικείμενο που μπορεί να παρατηρηθεί, να μετρηθεί και να αναλυθεί σε επιμέρους στοιχεία. Αντίθετα, ο Binswanger ενδιαφέρθηκε για τον άνθρωπο ως ενιαία, βιωμένη και νοηματοδοτούμενη ύπαρξη.

 

Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τον Martin Heidegger και τις έννοιες Dasein και In-der-Welt-sein («είναι-στον-κόσμο»). Μέσα από αυτές, η ψυχική διαταραχή δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα σύνολο συμπτωμάτων, αλλά ως ένας ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο το άτομο υπάρχει και σχετίζεται με τον κόσμο. Έτσι, ακόμη και η αποξένωση μπορεί να γίνει κατανοητή ως ένας συγκεκριμένος τρόπος ύπαρξης και εμπειρίας της πραγματικότητας.

Παράλληλα, ο Binswanger αξιοποίησε τη φαινομενολογία του Edmund Husserl, δίνοντας έμφαση στη σκόπιμη (intentional) συνείδηση, δηλαδή στο γεγονός ότι η συνείδηση είναι πάντοτε στραμμένη προς κάτι: ένα πρόσωπο, ένα αντικείμενο, μια επιθυμία, έναν φόβο, μια ανάμνηση ή έναν σκοπό. Επομένως, για την κατανόηση της ψυχοπαθολογίας δεν αρκεί η εξωτερική παρατήρηση της συμπεριφοράς· χρειάζεται να διερευνηθεί πώς το ίδιο το άτομο βιώνει και νοηματοδοτεί τον κόσμο του.

Αφετηρία της προσέγγισης του Binswanger είναι έτσι η εσωτερική ιστορία του βιώματος (Erleben), δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο το άτομο βιώνει συνολικά τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο. Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν αποτελεί ένα άθροισμα ψυχικών και σωματικών λειτουργιών, αλλά μια ολότητα εμπειριών, σχέσεων και νοημάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, δύο στοιχεία έχουν ιδιαίτερη σημασία: το νόημα και η ζωή ως κατευθυνόμενη ύπαρξη. Το άτομο δεν βιώνει απλώς γεγονότα, αλλά τους αποδίδει νόημα και κατευθύνει τη ζωή του προς πρόσωπα, αξίες, επιθυμίες και στόχους. Η ψυχοπαθολογία, επομένως, μπορεί να κατανοηθεί ως μεταβολή ή περιορισμός αυτού του τρόπου με τον οποίο το άτομο σχετίζεται με τον κόσμο, τους άλλους και τον ίδιο του τον εαυτό.

Επομένως, για τον Binswanger, ο άνθρωπος πρέπει να μελετάται όχι ως αντικείμενο, αλλά ως υπαρξιακή ολότητα που βιώνει, νοηματοδοτεί και διαμορφώνει τον δικό της τρόπο «είναι-στον-κόσμο».

 

Πηγή:

Vitelli, R. (2018). Binswanger, Daseinsanalyse and the issue of the unconscious: An historical reconstruction as a preliminary step for a rethinking of Daseinsanalytic psychotherapy. Journal of Phenomenological Psychology, 49(1), 1–42.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Victor Frankl: η ζωή και το έργο του

Ο Victor Frankl (1905–1997) ήταν Αυστριακός ψυχίατρος και νευρολόγος, επιζών του Ολοκαυτώματος και ιδρυτής της λογοθεραπείας, μιας υπαρξιακής προσέγγισης που βασίζεται στην αναζήτηση νοήματος. Οι ακραίες εμπειρίες που έζησε στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου υπέστη κακοποίηση, πείνα, ταπείνωση και απώλειες αγαπημένων προσώπων, ενίσχυσαν την πεποίθησή του ότι η ανάγκη του ανθρώπου να βρει νόημα και σκοπό στη ζωή αποτελεί βασική κινητήρια δύναμη της συμπεριφοράς του.

 

Για τον Frankl, ακόμη και όταν οι εξωτερικές συνθήκες είναι χαοτικές και οδυνηρές, ο άνθρωπος διατηρεί σε κάποιο βαθμό την ικανότητα να επιλέξει τη στάση που θα κρατήσει απέναντί τους και να αναζητήσει ένα νόημα που θα τον βοηθήσει να αντέξει. Η προσωπική του εμπειρία στα στρατόπεδα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1942–1945, αποτέλεσε σημαντική επιβεβαίωση αυτής της θεωρίας.

Κεντρική έννοια στη θεωρία του είναι η νοο-δυναμική (noö-dynamics), δηλαδή η εσωτερική ένταση που δημιουργείται ανάμεσα σε αυτό που είναι ο άνθρωπος και σε αυτό που θεωρεί ότι πρέπει ή μπορεί να γίνει, μέσα από την αναζήτηση ενός νοήματος ή σκοπού. Έτσι, η ψυχική υγεία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την απουσία έντασης ή δυσκολιών, αλλά μπορεί να συνδέεται με την προσπάθεια του ανθρώπου να βρει έναν λόγο για τον οποίο αξίζει να συνεχίσει.

Μετά τον πόλεμο, ο Frankl ανέπτυξε και διέδωσε τη λογοθεραπεία μέσα από το έργο και τα βιβλία του, με πιο γνωστό το «Η αναζήτηση νοήματος του ανθρώπου». Η προσέγγισή του επηρέασε σημαντικά την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία και την κατανόηση της ανθρώπινης ικανότητας να βρίσκει νόημα ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες.  Ο Frankl υποστήριξε ότι, ακόμη και όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει τις συνθήκες της ζωής του, μπορεί να αναζητήσει νόημα και σκοπό και να επιλέξει τη στάση με την οποία θα τις αντιμετωπίσει.

Ο Frankl υποστήριξε ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την αναζήτηση και τον καθορισμό του προσωπικού νοήματος της ζωής του. Ακόμη και στις πιο δύσκολες ή οδυνηρές καταστάσεις, είναι δυνατό να ανακαλυφθεί ένα νόημα. Έτσι, μια εμπειρία που αρχικά φαίνεται χωρίς νόημα μπορεί να μετατραπεί σε μια ευκαιρία προσωπικής ανάπτυξης και ανθρώπινης επίτευξης. Για τον Frankl, επομένως, το νόημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά και από τη στάση που επιλέγει το άτομο απέναντί τους.

Η νοο-δυναμική (noö-dynamics) αποτελεί βασική έννοια της θεωρίας του Frankl. Αναφέρεται στην εσωτερική ένταση ανάμεσα σε αυτό που είναι ο άνθρωπος σήμερα και σε ένα νόημα, στόχο ή σκοπό που επιδιώκει να πραγματοποιήσει. Σύμφωνα με τον Frankl, η ψυχική ευεξία δεν προϋποθέτει την πλήρη απουσία έντασης ή την επίτευξη μιας μόνιμης συναισθηματικής ισορροπίας. Αντίθετα, μια δημιουργική ένταση που προκύπτει από την προσπάθεια του ανθρώπου να εκπληρώσει έναν σημαντικό σκοπό μπορεί να λειτουργεί ως πηγή κινητοποίησης, κατεύθυνσης και νοήματος.

Ο όρος συνδέεται με την έννοια noös, που στα ελληνικά σημαίνει νους ή πνεύμα. Η «νοολογική διάσταση» αφορά, επομένως, εκείνη τη μοναδικά ανθρώπινη δυνατότητα να υπερβαίνει κανείς τις άμεσες συνθήκες του και να αναζητά νόημα πέρα από αυτές. Με άλλα λόγια, για τον Frankl, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να ζει χωρίς εντάσεις για να είναι ψυχικά υγιής· χρειάζεται να έχει έναν λόγο, έναν στόχο ή ένα νόημα για το οποίο αξίζει να προσπαθεί. Η απόσταση ανάμεσα στο «πού βρίσκομαι τώρα» και στο «τι θέλω να πραγματοποιήσω» δημιουργεί τη νοο-δυναμική, η οποία μπορεί να δώσει στη ζωή κατεύθυνση και σκοπό.

 

Πηγή:

Bushkin, H., van Niekerk, R., & Stroud, L. (2021). Searching for meaning in chaos: Viktor Frankl’s story. Europe’s Journal of Psychology, 17(3), 233–242.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.