Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Η ψυχοπαθολογία του ακαδημαϊκού δασκάλου

 Από τον Santiago Ramon y Cajal

 

Ο Santiago Ramón y Cajal προσεγγίζει με κριτική ματιά τον πανεπιστημιακό χώρο, αναλύοντας ψυχολογικά τα ελαττώματα και τις παθολογικές στάσεις που μπορεί να αναπτυχθούν στον ακαδημαϊκό δάσκαλο. Ο συγγραφέας δεν εστιάζει στην επιστημονική ανεπάρκεια, αλλά κυρίως σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας, που εμποδίζουν την πρόοδο της γνώσης και τη διαπαιδαγώγηση των νέων επιστημόνων. Κατηγοριοποιεί τους ακαδημαϊκούς δασκάλους σε έξι ομάδες, που είναι οι εξής:

Ερασιτέχνες ή θεατές: παρακολουθούν την επιστήμη με ενθουσιασμό αλλά χωρίς ενεργή και συστηματική ενασχόληση. Πρόκειται για επιστήμονες που καταναλώνουν γνώση, συζητούν και κρίνουν, χωρίς να επιλέγουν το ρίσκο της πρωτότυπης έρευνας.

Βιβλιόφιλοι και πολύγλωττοι: αρκεί κριτική στη συσσώρευση της γνώσης ως αυτοσκοπό. Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, ξένες γλώσσες, συνδρομή σε άγνωστα περιοδικά… Η γλωσσομάθεια δεν οδηγεί σε σύνθεση και παραγωγή νέας γνώσης και καταλήγει σε πνευματική αδράνεια.

Μεγαλομανείς: χαρακτηρίζονται από υπερβολική φιλοδοξία και ανάγκη αναγνώρισης. Η επιθυμία για δόξα μπορεί να στρεβλώσει την επιστημονική κρίση.

Εθισμένοι στον εξοπλισμό ή οργανόφιλοι: υπερεκτιμούν τη σημασία των τεχνικών μέσων. Επιλέγουν το εργαστήριο. Αν και τα όργανα είναι απαραίτητα, δεν υποκαθιστούν την οξυδέρκεια και τη δημιουργικότητα.

Ανεστίαστοι ή εκτός εστίασης: επιστήμονες που έχουν διάσπαρτα ενδιαφέροντα και έλλειψη συγκέντρωσης. Βρίσκονται ανάμεσα σε θέματα και στόχους, που δεν επιτρέπουν την εις βάθος μελέτη.

Θεωρητικολόγοι: είναι τελείως αποκομμένοι από την εμπειρική παρατήρηση. Είναι σημαντική η θεωρία, αλλά εξίσου σημαντική είναι η πράξη.

Ο Cajal περιγράφει μορφές ακαδημαϊκής παθολογίας όπως τον δογματισμό, την αυταρέσκεια, την προσκόλληση στο κύρος και τον φόβο απέναντι στη νεωτερικότητα. Ιδιαίτερη κριτική ασκείται στον δάσκαλο που αντιμετωπίζει τη γνώση ως προσωπική ιδιοκτησία και όχι ως ζωντανό πεδίο έρευνας, αποθαρρύνοντας την κριτική σκέψη και την πρωτοβουλία των φοιτητών.

Παράλληλα, αναδεικνύεται η ψυχολογική ρίζα αυτών των συμπεριφορών: η ανασφάλεια, η φιλοδοξία χωρίς ηθικό υπόβαθρο και η ανάγκη για εξουσία. Ο Cajal επισημαίνει ότι τέτοιες στάσεις αλλοιώνουν τον παιδευτικό ρόλο του πανεπιστημίου και μετατρέπουν τη διδασκαλία σε μηχανική μετάδοση γνώσεων, χωρίς δημιουργικό πνεύμα.

Το κεφάλαιο δεν περιορίζεται σε καταγγελία, αλλά προβάλλει έμμεσα ένα πρότυπο υγιούς ακαδημαϊκού δασκάλου: τον επιστήμονα που διατηρεί πνευματική ταπεινότητα, ανοιχτότητα στη νέα γνώση και γνήσιο ενδιαφέρον για την καλλιέργεια των μαθητών του. Έτσι, ο Cajal συνδέει την ψυχολογία της διδασκαλίας με την ηθική ευθύνη της επιστήμης.

 

Πηγή:

Santiago Ramon y Cajal. 2014. Δοκίμια ψυχολογίας. Εκδόσεις Εκκρεμές.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Η ψυχολογία του Δον Κιχώτη

Του Santiago Ramón y Cajal

 

Ο Santiago Ramón y Cajal προσεγγίζει τον ήρωα του Θερβάντες όχι απλώς ως λογοτεχνικό χαρακτήρα, αλλά ως σύνθετο ψυχολογικό φαινόμενο. Ο Δον Κιχώτης παρουσιάζεται ως προσωπικότητα που ισορροπεί ανάμεσα στην αυταπάτη και στο ιδεώδες, εκφράζοντας την ανθρώπινη ανάγκη για νόημα, ηθικό σκοπό και υπέρβαση της πεζής πραγματικότητας.

«Όλοι οι μεγάλοι οραματιστές αναμένουν να πραγματώσουν τα όνειρά τους, να ενδύσουν τις χίμαιρές τους με σάρκα και αίμα, λανσάροντας στον κόσμο έναν τύπο ανθρώπου διαφορετικό και ανώτερο του υφιστάμενου, δημιουργώντας ένα πανίσχυρο ρεύμα ζωής ικανό να εκδιώξει τους φραγμούς που ορθώνει το συναίσθημα, το ενδιαφέρον και η παράδοση» (σελ. 41).

Ο Cajal ερμηνεύει την «τρέλα» του Δον Κιχώτη όχι ως καθαρά παθολογική κατάσταση, αλλά ως αποτέλεσμα υπερβολικής φαντασίας, έντονης συναισθηματικότητας και εμμονικής προσήλωσης σε ιδανικά αντλημένα από τα ιπποτικά αναγνώσματα. Η διαταραχή της κρίσης του ήρωα συνδέεται με τη σύγκρουση ανάμεσα στον εσωτερικό του κόσμο και την αντικειμενική πραγματικότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διττή φύση του χαρακτήρα: από τη μία πλευρά ο Δον Κιχώτης εμφανίζεται παράλογος και γελοίος, από την άλλη όμως ενσαρκώνει την ηθική ανωτερότητα, την ανιδιοτέλεια και την πίστη σε αξίες που η κοινωνία έχει εγκαταλείψει. Κατά τον Cajal, αυτή η αντίφαση εξηγεί γιατί ο ήρωας προκαλεί ταυτόχρονα γέλιο και συγκίνηση. Ο Δον Κιχώτης έχει από τη μια ένα έντονο (υπερτροφικό) εγώ και από την άλλη τυφλή πίστη στην τύχη.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει επίσης τη συμβολική διάσταση του Δον Κιχώτη ως μορφής που αντιπροσωπεύει τη σύγκρουση ανάμεσα στην επιστημονική λογική και στο όραμα, ανάμεσα στην πραγματιστική γνώση και στη δημιουργική φαντασία. Επίσης, ο συγγραφέας αναφέρεται στον δονκιχωτισμό, καθώς ένας ήρωας, ένα φανταστικό πρόσωπο κατάφερε να διαμορφώσει ρεύματα σκέψης στην κοινωνική σφαίρα. Συνολικά, το κεφάλαιο προτείνει μια ανθρωπιστική ανάγνωση του Δον Κιχώτη, παρουσιάζοντάς τον όχι ως απλό παράδειγμα ψυχικής παθολογίας, αλλά ως έκφραση της βαθιάς ανάγκης του ανθρώπου να ονειρεύεται και να υπερασπίζεται ιδανικά, ακόμη και με κόστος τη σύγκρουση με την πραγματικότητα.

«Άραγε κι ο ίδιος ο Δον Κιχώτης, που ήταν μολοταύτα το έργο ενός αμετανόητα ρομαντικού, δεν αντιπροσώπευε στην εποχή του, αν εξαιρέσουμε τις εγγενείς ομορφιές και τις έξοχες αρμονίες, παρά μόνο την ισχυρή, και ουσιαστικά συντηρητική, αντίδραση του αυθεντικού εθνικού ρεαλισμού, κόντρα στους υπερβολικούς και εξωτικούς ιδεαλισμούς;» (σελ. 55).

 

Πηγή:

Santiago Ramon y Cajal. 2014. Δοκίμια ψυχολογίας. Εκδόσεις Εκκρεμές.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Η ψυχολογία του καλλιτέχνη

Του Santiago Ramón y Cajal

 

Ο Santiago Ramón y Cajal επιχειρεί μια διεισδυτική ανάλυση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, προσεγγίζοντάς την τόσο ψυχολογικά όσο και νευροβιολογικά. Προσπαθεί να απαντήσει στο εξής ερώτημα: Για ποιον λόγο εγώ, όπως τόσοι άλλοι λόγιοι, ζω μια κωμωδία, όμως συγγράφω δράματα, έχω έναν ευχάριστο διάλογο, αλλά ταυτόχρονα λυπητερές σκέψεις; Ο συγγραφέας εξετάζει τα ιδιαίτερα ψυχικά χαρακτηριστικά που διακρίνουν τον καλλιτέχνη, δίνοντας έμφαση στη φαντασία, τη συναισθηματική ένταση και την αυξημένη ευαισθησία απέναντι στον κόσμο. Επίσης, υποστηρίζει ότι η εναλλαγή ανάμεσα στην πικρή γραφή και την ευχάριστη ομιλία μας θυμίζει το πέρασμα από τον πόνο στη χαρά, από τα δάκρυα στα γέλια.

Ο Cajal υποστηρίζει ότι η καλλιτεχνική δημιουργία δεν αποτελεί προϊόν στιγμιαίας έμπνευσης, αλλά αποτέλεσμα μακρόχρονης εσωτερικής διεργασίας, όπου η παρατήρηση, η μνήμη και το συναίσθημα συνδυάζονται δημιουργικά. Ο καλλιτέχνης διαθέτει την ικανότητα να μετασχηματίζει προσωπικές εμπειρίες και συγκινήσεις σε αισθητική μορφή, αποκαλύπτοντας πτυχές της ανθρώπινης ψυχής που συχνά παραμένουν ασυνείδητες. Συνήθως, θεωρεί ότι ο συγγραφέας θα επιλέξει να γράψει για το αντίθετο από αυτό που είναι η ζωή του. «Συγγραφείς που διάγουν έναν γαλήνιο, ήρεμο και πράο βίο θα συγγράψουν δράματα, ελεγείες, θρήνους, νουβέλες ή μελαγχολικά διηγήματα. Αυτοί που ζουν ένα πραγματικό δράμα, θα αναζητήσουν στη φαντασία κάποια ανακούφιση και παρηγοριά από τις πικρίες και θα συγγράψουν χρονογραφήματα, χαρούμενους στίχους, ευχάριστα και χαρμόσυνα διηγήματα ή πικάντικα ανέκδοτα» (σελ. 28).

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη σχέση ανάμεσα στο ταλέντο και την εργασία. Ο Cajal τονίζει ότι το φυσικό χάρισμα από μόνο του δεν αρκεί· η καλλιτεχνική αριστεία προϋποθέτει πειθαρχία, επιμονή και συνεχή άσκηση. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η έντονη συναισθηματικότητα του καλλιτέχνη μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως πηγή δημιουργίας όσο και ως αιτία ψυχικής ευαλωτότητας. Επιπλέον, ο συγγραφέας συνδέει την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία με τη λειτουργία του εγκεφάλου, υπονοώντας ότι η δημιουργικότητα εδράζεται σε συγκεκριμένες νευρικές διεργασίες, χωρίς ωστόσο να απομυθοποιείται η πνευματική και ανθρωπιστική διάσταση της τέχνης.

 

Πηγή:

Santiago Ramon y Cajal. 2014. Δοκίμια ψυχολογίας. Εκδόσεις Εκκρεμές.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Φυσιοκρατική πλάνη: είναι ή θα έπρεπε;

Η θολή διαχωριστική γραμμή μεταξύ του ‘’είναι’’ και του ‘’θα έπρεπε’’

 

«Ένας πολύ σημαντικός τρόπος με τον οποίο οι προσωπικές μας αξίες μπορούν να επηρεάσουν μεροληπτικά τη σκέψη μας είναι όταν εξισώνουμε την περιγραφή μας για κάτι που πραγματικά είναι με τις προσδοκίες μας για αυτό που θα έπρεπε να είναι. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, όποτε ορίζουμε τι είναι καλό από την άποψη του τι είναι παρατηρήσιμο. Αυτό το σφάλμα σκέψης ονομάζεται φυσιοκρατική πλάνη» (σελ. 151).

 

Ας δούμε τις παρακάτω δηλώσεις:

‘’Ότι είναι τυπικό είναι φυσιολογικό, ότι είναι φυσιολογικό είναι καλό. Ότι δεν είναι τυπικό είναι αφύσικο, ότι είναι αφύσικο είναι κακό’’.

Παρατηρούμε πως σε κάθε περίπτωση μια περιγραφή του τι υπάρχει μετατρέπεται σε συνταγή του τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει.

Ο Σκωτσέζος φιλόσοφος David Hume είχε υποστηρίξει ότι οι αξίες, η δεοντολογία και η ηθικότητα βασίζονται όχι στη λογική ή στη σκέψη, αλλά στα συναισθήματα και στην κοινή γνώμη μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Καμία περιγραφή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ακόμη κι αν χαρακτηρίζεται από ακρίβεια, δεν μπορεί να καθορίσει τι είναι ‘’σωστό’’ και τι είναι ‘’λάθος’’. Αν παρατηρούμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εκδηλώνουν μια συμπεριφορά αυτό δεν καθιστά και σωστή τη συμπεριφορά, αλλά και αν οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν κάτι, αυτό δε σημαίνει ότι είναι λάθος αυτή η συμπεριφορά. Επίσης, ισχύει και το αντίστροφο: αν οι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν κάτι, αυτό δε σημαίνει ότι είναι λάθος και αν οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν κάτι, αυτό δεν το καθιστά σωστό. Επομένως, δεν θα πρέπει να εξιδανικεύσουμε κάποιον μόνο και μόνο επειδή παρουσιάζεται με διαφορετική συμπεριφορά από το πλήθος, αλλά και δεν θα πρέπει να καταδικάζουμε κάποιον μόνο και μόνο επειδή κάνει ότι κάνουν και οι άλλοι.

Είναι σημαντικό να έχουμε στο μυαλό μας ότι κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και διαφορετική, για αυτό δεν θα πρέπει να συγχέουμε την αντικειμενική περιγραφή των γεγονότων και της πραγματικότητας γύρω μας με την υποκειμενική αξιακή κρίση, που διαφέρει από άτομο σε άτομο.

Τέσσερις βασικές μεταβλητές που συνδέονται με τη φυσιοκρατική πλάνη είναι οι εξής:

Σύνηθες= καλό: Το σφάλμα σε αυτή την περίπτωση είναι να εξισώσουμε τον μέσο όρο, το συμβατικό ή το δημοφιλές με το σωστό. Οι σκέψεις που μας έρχονται στο μυαλό και τις οποίες χρησιμοποιούμε ως επιχειρήματα είναι οι εξής: ‘’όλοι το κάνουν, άρα πρέπει να είναι εντάξει’’, ‘’η πλειοψηφία ξέρει καλύτερα’’, ‘’δεν μπορεί όλοι αυτοί οι άνθρωποι να κάνουν λάθος’’.

Ασυνήθιστο= κακό: Αυτό που αποκλίνει από τον κανόνα θεωρείται λάθος. Οι αποκλίνουσες συμπεριφορές, οι μη δημοφιλείς πεποιθήσεις, ασυνήθιστα έθιμα ή μη συμβατική εξωτερική εμφάνιση θεωρούνται κάτι αρνητικό. Έχουμε την τάση να καταδικάζουμε ότι διαφορετικό υπάρχει.

Σύνηθες= κακό: Ορισμένα άτομα απορρίπτουν κάτι μόνο και μόνο επειδή το αποδέχεται η πλειοψηφία, έξω και πέρα από τις δικές της αξίες ή τα δικά της μειονεκτήματα. Οι σκέψεις που μας έρχονται στο μυαλό είναι: ‘’Οι μάζες κάνουν πάντα λάθος’’, ‘’Εάν οι περισσότεροι άνθρωποι το κάνουν, δεν μπορεί να είναι καλό’’, ‘’Αφού η κοινωνία είναι ένα κοπάδι πρόβατα που δεν σκέπτονται, οτιδήποτε εκπροσωπεί αυτή είναι δυνάμει ανήθικο’’.

Ασυνήθιστο= καλό: Ακολουθώντας την ίδια λογική, κάθε απόκλιση από αυτό που είναι φυσιολογικό θεωρείται επιθυμητό, ανεξάρτητα από την ίδια την αξία που έχει. Με βάση αυτή την οπτική, το άτομο σκέφτεται: ‘’Οτιδήποτε είναι διαφορετικό είναι καλύτερο από το μέτριο’’, ‘’Εάν κάτι είναι ασυνήθιστο, είναι καλό’’, ‘’Οποιοσδήποτε έχει το κουράγιο να επαναστατήσει ενάντια στη συμβατική σκέψη έχει κάτι σημαντικό να προσφέρει’’ (σελ. 152-153).

«Η φύση εμμένει σε ένα διττό πρότυπο: εμείς υιοθετούμε τα ‘’καλά’’ της και αγνοούμε, απορρίπτουμε ή εξορθολογίζουμε τα ‘’κακά’’ της στοιχεία. Αλλά δεν γίνεται να τα έχουμε και τα δύο. Από ηθικής απόψεως, η φύση είναι απλώς η φύση. Οι αξίες που της αποδίδουμε είναι διαφορετικό θέμα» (σελ. 155).      

 

Οι εμπειρικές αρχές είναι εντελώς ακατάλληλες να αποτελέσουν το θεμέλιο των ηθικών νόμων. Immanuel Kant (Γερμανός φιλόσοφος)

Είναι θεμελιώδους σημασίας να μην κάνουμε το λάθος των θετικιστών να υποθέτουμε ότι, επειδή μια ομάδα είναι ‘’υπό διαμόρφωση’’, αυτό σημαίνει και ότι βρίσκεται απαραίτητα ‘’στον σωστό δρόμο’’. R.D. Laing (Σκωτσέζος ψυχίατρος)

 

Πηγή:

Shiraev, E.B. & Levy, D.A. Διαπολιτισμική ψυχολογία. Κριτική σκέψη και εφαρμογές. Εκδόσεις Πεδίο, 2018.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία

«Όταν οι προσδοκίες διαμορφώνουν την πραγματικότητα»

 

Οι στάσεις και οι πεποιθήσεις που διαμορφώνουμε και έχουμε για τους άλλους ανθρώπους γύρω μας μπορούν να οδηγήσουν σε συμπεριφορές τις οποίες αναμένουμε, είτε το κάνουμε αυτό με πρόθεση είτε όχι. Δηλαδή, οι υποθέσεις που κάνει ο παρατηρητής για ένα άτομο μπορεί να το ωθήσει να υιοθετήσει τις ιδιότητες που αναμένεται να επιδείξει. Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. 

Η πιο γνωστή έρευνα που έγινε για την αυτοεκπληρούμενη προφητεία είναι αυτή των Rosenthal & Jacobson (1968), οι οποίοι ενημέρωναν κάποιους δασκάλους σε ένα δημοτικό σχολείο του Σαν Φρανσίσκο ότι ορισμένοι μαθητές στην τάξη τους θα μπορούσαν να έχουν υψηλό σχολική πρόοδο κατά την ερχόμενη σχολική χρονιά, με βάση ένα αξιόπιστο ψυχολογικό τεστ που είχαν χορηγήσει. Τα παιδιά που είχαν υποδείξει ως ‘’διάνοιες’’ είχαν επιλεγεί με τυχαίο τρόπο και έπειτα οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο η επίδοση των μαθητών αυτών βελτιώθηκε σε σύγκριση με τις επιδόσεις των υπολοίπων μαθητών. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι όντως οι μαθητές αυτοί είχαν διαφορετική αντιμετώπιση από τους δασκάλους, με αποτέλεσμα να τα πάνε καλύτερα στο σχολείο και να έχει αυξηθεί και ο δείκτης νοημοσύνης τους.

Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία είναι ένα φαινόμενο που έχει μελετηθεί ευρέως και αφορά τόσο θετικές όσο και αρνητικές συμπεριφορές, με βάση τις προσδοκίες του παρατηρητή. Τέτοιου είδους συμπεριφορές είναι η εχθρότητα, η εξωστρέφεια, τα έμφυλα στερεότυπα, τα φυλετικά χαρακτηριστικά, τα στερεότυπα που αφορούν τη φυσική ελκυστικότητα. Γενικότερα, φαίνεται ότι οι προκαταλήψεις που έχουν κάποια άτομα μπορεί να προκαλέσουν την αυτοεκπληρούμενη προφητεία, οδηγώντας σε έναν αυτοδιαιωνιζόμενο και κλιμακούμενο φαύλο κύκλο ανεπιθύμητων ενεργειών, όπου η αυτοεκπληρούμενη προφητεία μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το πώς συμπεριφέρεται το προκατειλημμένο άτομο απέναντι στο θύμα, αλλά και πως το θύμα μπορεί κατόπιν να συμπεριφέρεται με τρόπο που επιβεβαιώνει τις αρχικές προκαταλήψεις του πρώτου.    

Αναφορικά με την αυτοεκπληρούμενη προφητεία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι άνθρωποι τις περισσότερες φορές δεν έχουν επίγνωση του βαθμού στον οποίο οι προσδοκίες μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των άλλων. Επίσης, οι προσδοκίες των άλλων σε μικρό βαθμό αντιλαμβανόμαστε το πόσο επηρεάζουν τη δική μας συμπεριφορά. Για αυτό είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι οι συμπεριφορές που εμείς εκδηλώνουμε εξαρτώνται όχι μόνο από τις δικές μας στάσεις, αλλά και από τις προσδοκίες που έχουν αυτοί με τους οποίους αλληλεπιδρούμε. Οπότε οι συμπεριφορές του καθενός είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης με τους άλλους και «καλλιεργούμε διαρκώς τις κατασκευές της κοινωνικής πραγματικότητας ο ένας του άλλου» (σελ. 137).   

 

Σεβάσου τον άνθρωπο κι αυτός θα κάνει τα υπόλοιπα. Ανώνυμος

Όταν πιστεύεις ότι κάτι είναι αδύνατο, αυτό ακριβώς το καθιστά. Γαλλική παροιμία

 

Πηγή:

Shiraev, E.B. & Levy, D.A. Διαπολιτισμική ψυχολογία. Κριτική σκέψη και εφαρμογές. Εκδόσεις Πεδίο, 2018.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η νόσος αλτσχάϊμερ και ο ιππόκαμπος: Διαφορές ανάλογα με το φύλο

Η νόσος Alzheimer's είναι μια χρόνια, προοδευτική και μη αναστρέψιμη εκφυλιστική νόσος του εγκεφάλου. Χαρακτηρίζεται από σταδιακή καταστροφή νευρικών κυττάρων και συνάψεων, γεγονός που οδηγεί σε επιδείνωση της μνήμης, της σκέψης, της κρίσης, της γλωσσικής ικανότητας και τελικά της ίδιας της αυτονομίας του ατόμου. Με την πάροδο του χρόνου, οι ασθενείς χάνουν την ικανότητα να εκτελούν ακόμη και βασικές καθημερινές δραστηριότητες. Στις ΗΠΑ συγκαταλέγεται στις κυριότερες αιτίες θανάτου στους ηλικιωμένους, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο τα περιστατικά αναμένεται να αυξηθούν δραματικά τις επόμενες δεκαετίες λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.

Παρότι για πολλά χρόνια θεωρούνταν ότι η μεγαλύτερη συχνότητα της νόσου στις γυναίκες οφείλεται απλώς στο ότι ζουν περισσότερο, νεότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι υπάρχουν και βιολογικές διαφορές που επηρεάζουν την εμφάνιση και την εξέλιξη της νόσου. Μεγάλες αναλύσεις ειδικών κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι σε πολλές περιοχές του κόσμου η νόσος εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες και συχνά εξελίσσεται ταχύτερα.

Κεντρικό ρόλο σε αυτές τις διαφορές φαίνεται να διαδραματίζει ο ιππόκαμπος — μια δομή του εγκεφάλου απαραίτητη για τη μάθηση, την κωδικοποίηση νέων πληροφοριών και τη μετατροπή της βραχυπρόθεσμης μνήμης σε μακροπρόθεσμη. Ο ιππόκαμπος είναι από τις πρώτες περιοχές που επηρεάζονται στη νόσο Alzheimer, παρουσιάζοντας σταδιακή ατροφία (μείωση όγκου).

Σε έρευνες όπου χρησιμοποιήθηκε μαγνητική τομογραφία (MRI), συγκρίθηκαν ασθενείς με πιθανή νόσο Alzheimer και υγιείς ηλικιωμένοι. Οι μετρήσεις του όγκου του ιππόκαμπου έγιναν επανειλημμένα μέσα σε διάστημα ενός έτους, επιτρέποντας στους ερευνητές να παρακολουθήσουν τον ρυθμό μεταβολής.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ασθενείς με Alzheimer είχαν ήδη μικρότερο όγκο ιππόκαμπου σε σύγκριση με τους υγιείς. Ο ρυθμός μείωσης του όγκου ήταν σημαντικά ταχύτερος στους ασθενείς. Ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα: στις γυναίκες με Alzheimer η ατροφία του ιππόκαμπου προχωρούσε περίπου 1,5 φορά γρηγορότερα από ό,τι στους άνδρες. Επιπλέον, μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι σε άτομα που ήταν νοητικά υγιή κατά την αρχική εξέταση, οι μεταβολές στον όγκο του ιππόκαμπου αποτελούσαν ισχυρότερο προγνωστικό δείκτη για μελλοντική εμφάνιση της νόσου στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια βιολογική μεταβολή έχει διαφορετική «προγνωστική βαρύτητα» ανάλογα με το φύλο.

Ιδιαίτερα σημαντικά δεδομένα προέρχονται από τη μακροχρόνια διαχρονική μελέτη The Nun Study, η οποία διεξάγεται σε μέλη της θρησκευτικής κοινότητας School Sisters of Notre Dame στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η μελέτη αυτή είναι μοναδική επειδή περιλαμβάνει μεγάλη ομάδα γυναικών με παρόμοιο τρόπο ζωής και περιβάλλον, γεγονός που μειώνει εξωτερικούς συγχυτικούς παράγοντες. Συνδυάζει γνωστικές αξιολογήσεις, νευροαπεικονιστικά δεδομένα και μεταθανάτιες παθολογοανατομικές εξετάσεις. Διαθέτει γραπτά κείμενα των συμμετεχουσών από τη νεαρή τους ηλικία.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα ήταν ότι τα γλωσσικά χαρακτηριστικά σε αυτοβιογραφικά κείμενα που είχαν γραφτεί δεκαετίες νωρίτερα μπορούσαν να προβλέψουν ποια άτομα είχαν αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν Alzheimer. Κείμενα με απλούστερη γραμματική δομή και λιγότερο σύνθετες έννοιες σχετίζονταν με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου αργότερα στη ζωή.

Επιπλέον, μεταθανάτιες εξετάσεις έδειξαν ότι μικρότερος όγκος ιππόκαμπου συσχετιζόταν ισχυρά με παθολογικά ευρήματα της νόσου, ακόμη και σε γυναίκες που δεν είχαν εμφανίσει κλινικά συμπτώματα άνοιας όσο ζούσαν. Αυτό ενισχύει την άποψη ότι ο ιππόκαμπος αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο βιοδείκτη για τη νόσο στις γυναίκες.

Οι διαφορές μεταξύ των φύλων δεν περιορίζονται μόνο στον ιππόκαμπο. Οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερη ατροφία και σε άλλες εγκεφαλικές περιοχές, ταχύτερη γνωστική επιδείνωση μετά τη διάγνωση και ενδεχομένως διαφορετική αλληλεπίδραση ορμονικών, γενετικών και νευροβιολογικών παραγόντων. Τα ευρήματα αυτά έχουν σημαντικές πρακτικές συνέπειες, όπως η μέτρηση του όγκου του ιππόκαμπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προγνωστικός δείκτης, ιδιαίτερα στις γυναίκες, η διάγνωση ίσως χρειάζεται διαφορετικά κριτήρια ή όρια ανάλογα με το φύλο και οι θεραπευτικές παρεμβάσεις στο μέλλον μπορεί να προσαρμόζονται με βάση τις βιολογικές διαφορές ανδρών και γυναικών.

Δεδομένης της τεράστιας και αυξανόμενης παγκόσμιας επίπτωσης της νόσου Alzheimer, η κατανόηση των διαφορών μεταξύ των δύο φύλων δεν αποτελεί απλώς επιστημονικό ενδιαφέρον, αλλά κρίσιμο βήμα για πιο έγκαιρη διάγνωση, ακριβέστερη πρόγνωση και αποτελεσματικότερη θεραπευτική αντιμετώπιση.

 

Πηγή:

Schacter, D.L., Gilbert, D.T. & Nock, M.K. (2025). Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Ο μύθος του 10% και άλλοι νευρομύθοι

Η άποψη ότι χρησιμοποιούμε μόνο το 10% του εγκεφάλου μας είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους νευρομύθους. Παρότι ακούγεται εντυπωσιακή και αισιόδοξη —αφού υπονοεί ότι διαθέτουμε τεράστιες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες— δεν στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Οι Christopher Chabris και Daniel Simons επισημαίνουν ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί ως ενιαίο σύστημα και ότι σχεδόν όλες οι περιοχές του εμφανίζουν δραστηριότητα, ακόμη και όταν δεν εκτελούμε κάποια απαιτητική εργασία. Νευρώνες που δεν χρησιμοποιούνται ατροφούν, επομένως δεν θα είχε εξελικτικό νόημα να διατηρούμε το 90% του εγκεφάλου μας ανενεργό. Οι νευροαπεικονιστικές εικόνες που δείχνουν ορισμένες «φωτισμένες» περιοχές απλώς καταγράφουν σημεία με αυξημένη δραστηριότητα σε σχέση με άλλα — δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες περιοχές δεν λειτουργούν.

 

Εξίσου προβληματικές είναι και άλλες δημοφιλείς πεποιθήσεις για τον εγκέφαλο. Έρευνα της Sanne Dekker και των συνεργατών της, που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology, έδειξε ότι μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών πιστεύει τόσο στον μύθο του 10% όσο και σε άλλες μη τεκμηριωμένες ιδέες, όπως ότι ο υπερβολικός «εμπλουτισμός» του περιβάλλοντος ενισχύει απαραίτητα τη νοητική ανάπτυξη των παιδιών ή ότι οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα όταν η διδασκαλία προσαρμόζεται αποκλειστικά στο προσωπικό τους μαθησιακό στυλ (οπτικό, ακουστικό, κιναισθητικό).

Στην πραγματικότητα, τα πειράματα με ζώα δείχνουν ότι ένα εξαιρετικά φτωχό και αφύσικο περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη· δεν αποδεικνύουν όμως ότι η υπερβολική παροχή ερεθισμάτων οδηγεί σε ανώτερη νοητική εξέλιξη. Αντίστοιχα, παρόλο που οι άνθρωποι έχουν μαθησιακές προτιμήσεις, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι η προσαρμογή της διδασκαλίας αποκλειστικά σε αυτές βελτιώνει ουσιαστικά την απόδοση.

Ο μύθος του 10% έχει αποδοθεί κατά καιρούς σε παρερμηνείες δηλώσεων του William James («κάνουμε χρήση ενός μικρού τμήματος των νοητικών και σωματικών μας δυνατοτήτων») ή ακόμη και στον Albert Einstein, που προσπαθούσε να κατανοήσει το δικό του τεράστιο νοητικό δυναμικό, χωρίς όμως ιστορική επιβεβαίωση. Η διάδοσή του οφείλεται κυρίως στη γοητεία που ασκεί η ιδέα των «κρυμμένων δυνατοτήτων».

Το βασικό δίδαγμα είναι η σημασία της κριτικής σκέψης. Όταν ακούμε έναν εντυπωσιακό ισχυρισμό για τον εγκέφαλο, χρειάζεται να αναρωτιόμαστε: «Τι αποδείξεις υπάρχουν για αυτόν τον ισχυρισμό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη έρευνα ή έρευνες που μπορεί να επικαλεσθεί ο φίλος σας για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του; Υπάρχουν σχετικές έρευνες δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά; Τι δείγμα χρησιμοποιήθηκε για αυτή την έρευνα; Ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να δικαιολογήσει σαφή συμπεράσματα; Το συγκεκριμένο εύρημα έχει επαληθευτεί; Διαδόσεις, όπως ο μύθος του 10% δεν θα μακροημερεύσουν αν οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη τους βρεθούν αντιμέτωποι με την κριτική σας σκέψη» (σελ. 113).

 

Πηγή:

Schacter, D.L., Gilbert, D.T. & Nock, M.K. (2025). Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg, σελ. 112-113.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

 

Επιστημονικές απόψεις για την κατάθλιψη

«Αν βλέπουμε τα πράγματα από την αρνητική τους πλευρά, είναι πιθανό να νιώθουμε αρνητικά και να συμπεριφερόμαστε αρνητικά», Aaron Beck

 

Σύμφωνα με τη γνωστική θεραπεία στόχος είναι να εντοπιστούν οι διαστρεβλωμένες γνώσεις ενός ανθρώπου. Δεν είναι το ζητούμενο η θετική σκέψη. Στόχος είναι να αναζητήσει το άτομο αυτό που είναι γνήσιο και πραγματικό στη ζωή ενός ανθρώπου. Η κατάθλιψη διαστρεβλώνει την αντίληψη. Το άτομο που έχει κατάθλιψη αντιλαμβάνεται τη ζωή μέσα από σκούρα γυαλιά. Η γνωστική θεραπεία δεν προσθέτει χρωματιστά γυαλιά, στόχος είναι να του καθαρίσει τα γυαλιά, κάτι που θα του επιτρέψει να αντιληφθεί τον κόσμο με ακρίβεια, από την καλή και την κακή του πλευρά (σελ. 138).

«Το πιο ενθαρρυντικό πράγμα που ξέρω, είναι η αδιαφιλονίκητη ικανότητα του ανθρώπου να εξυψώσει τη ζωή του κάνοντας μια συνειδητή πράξη», Thoreau.

Η ψυχοθεραπεία για την κατάθλιψη θα πρέπει να έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Ο θεραπευτής μαθαίνει στον θεραπευόμενο να μάθει νέες τεχνικές για το πώς να ζήσετε μια ζωή πιο δημιουργική, πιο ικανοποιητική και ανοιχτή στην αγάπη. Άνθρωποι που έχουν κατάθλιψη, πολλές φορές κάνουν πράγματα τα οποία τους κάνουν να νιώθουν ακόμα χειρότερα- κι αυτό γιατί κανείς ποτέ δεν τους έχει μάθει να λειτουργούν με έναν άλλο τρόπο. Ένα μέρος της θεραπείας είναι η εκμάθηση νέων τρόπων λειτουργίας (σελ. 136).

«Όλοι ξεχνάμε κάτι που είναι πολύ βασικό: οι άλλοι δεν θα σ’ αγαπήσουν αν δεν τους αγαπήσεις κι εσύ» (Pat Carroll).

Η κατάθλιψη χρωματίζει τον τρόπο της σκέψης ενός ανθρώπου, τα αισθήματα και τις αντιδράσεις του προς τον ερωτικό του σύντροφο, τον φίλο, τον προϊστάμενο, τους συναδέλφους, τους γονείς ή τα παιδιά του. Οι προβληματικές σχέσεις αποτελούν κανόνα στην κατάθλιψη. Η Διαπροσωπική Θεραπεία είναι μια σύντομη θεραπεία που βοηθάει τους ανθρώπους να αναγνωρίζουν και να λύνουν τα προβλήματα που έχουν με τους άλλους. Η Διαπροσωπική Θεραπεία επικεντρώνει την προσοχή της στην αντίληψη και την αντίδραση σε αυτές τις αντιλήψεις που έχουμε διαμορφώσει, δίνει μια επιπλέον έμφαση στην τεχνική της επικοινωνίας (σελ. 140).

«Βρίσκετε τον εαυτό σας να είναι στην ίδια δυσάρεστη κατάσταση, ξανά και ξανά, να αναρωτιέστε που έχετε σφάλει και γιατί συνέβη ξανά σε σας αυτό; Δεν φταίει πάντα η κακοτυχία- μπορεί να φταίνε και οι κακές ιδέες», Arnold Lazarus.

Σύμφωνα με τη Γνωστική- Διαπροσωπική Θεραπεία, η ζωή έχει τρεις πτυχές: αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως προς αυτό που συμβαίνει και ποια είναι η αντίδρασή μας. Σύμφωνα με τον Ellis, οι περισσότερες δυσκολίες εμφανίζονται στο σημείο του πως αντιλαμβανόμαστε αυτό που συμβαίνει. Έτσι, αν συγκρίνουμε τις αντιλήψεις και τις αντιδράσεις μας σε αυτό που νομίζουμε ότι έγινε, με αυτό που στην πραγματικότητα έγινε, με αυτό που στην πραγματικότητα έγινε, γινόμαστε πιο αποτελεσματικοί στο ποια είναι η αντίδρασή μας.

 

Στα βάθη του χειμώνα έμαθα ότι μέσα μου υπάρχει κρυμμένο ένα απόρθητο καλοκαίρι. Albert Camus

 

Πηγή:

Bloomfield & McWilliams. 1996. Θεραπεύοντας την κατάθλιψη. Εκδόσεις Θυμάρι. 

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Ονειροπολήσεις ενός μοναχικού περιπατητή

Του Ζαν Ζακ Ρουσσώ

 

«Nα με λοιπόν μόνος στη γη, δίχως αδελφό, συγγενή, φίλο ή συντροφιά άλλη εκτός από τον εαυτό μου». Έτσι ξεκινά η ονειροπόληση στον πρώτο από τους δέκα μοναχικούς περιπάτους που αφηγείται ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του. 

 

Οι "Ονειροπολήσεις ενός μοναχικού περιπατητή" είναι ένα έργο αδιαμφισβήτητης λογοτεχνικής και φιλοσοφικής αξίας, που αποκαλύπτει όψεις τόσο της κοσμοθεωρίας όσο και της προσωπικότητας του Ρουσσώ μ' έναν καινοφανή τρόπο, αποτελώντας μια ιδιάζουσα μορφή αναπαράστασης μεταξύ μνήμης, αναστοχασμού και συναισθήματος, φαντασίας και αυτο-παρατήρησης· ένα έργο που επέδρασε καταλυτικά στους μεταγενέστερους συγγραφείς, από τους ρομαντικούς ποιητές έως τον Μπωντλαίρ και τον Προυστ». (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Το πιο όμορφο και το πιο τολμηρό από τα βιβλία του Ρουσσώ. Η ομορφιά και η τόλμη του είναι στενά συνδεδεμένες, χωρίς να είναι εξίσου προφανείς -ή επειδή ακριβώς δεν είναι. Η μαγεία της ποίησης, η ελαφρότητα του ύφους, η διαπλοκή της αμεσότητας και της αυτοσυγκράτησης, η εναλλαγή ανάμεσα σε όσα φαίνονται εκ των προτέρων υπολογισμένα και σε όσα μοιάζουν να λέγονται τυχαία, ο συνδυασμός της κίνησης και της ηρεμίας, η δύναμη της γλώσσας και η τέχνη της σιωπής προσδίδουν στο βιβλίο τον ιδιαίτερό του χαρακτήρα.»

Πρόκειται για το κύκνειο άσμα του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, γραμμένο την περίοδο 1776-1778, είναι ένα αυτοβιογραφικό, φιλοσοφικό έργο δέκα περιπάτων, όπου ο συγγραφέας απομονωμένος από την κοινωνία, στοχάζεται πάνω στη φύση, την ευτυχία, την αλήθεια και τη μοναξιά, αναζητώντας την εσωτερική γαλήνη.

Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ αναλύει εκ νέου τη ζωή του, με ηρεμία, ενώ αποδέχεται τη μοναξιά. Το έργο εξερευνά θέματα, όπως η διαφθορά της κοινωνίας, η επιστροφή στη φύση και η αρετή, με έμφαση στην υποκειμενική εμπειρία. Ο Ρουσσώ περιγράφει τη στάση του περιπατητή που παρατηρεί, σκέφτεται και αισθάνεται, αποσυνδεδεμένος από τα πάθη και τις σκοτούρες των ανθρώπων.

 

Πηγή:

Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Ονειροπολήσεις ενός μοναχικού περιπατητή. Εκδόσεις Νέος Σταθμός.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ και τα έργα του

«Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ μένοντας ορφανός από τη μητέρα του κατά τη διάρκεια της γέννησής του και αφού εγκαταλείφθηκε σε νεαρή ηλικία από τον πατέρα του, η περιπλάνηση και η περιπέτεια ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της ζωής του. Όντας αυτοδίδακτος αλλά γεμάτος σχέδια και φιλοδοξίες κατά τη διανομή του στο Παρίσι συνεργάστηκε με τους εγκυκλοπαιδιστές και κυρίως με τον Ντιντερό, αν και στη συνέχεια ήρθε σε διάσταση μαζί τους. 

 

Κατά την περίοδο της ωριμότητάς του, και συγκεκριμένα στο τεσσαροκοστό έτος της ηλικίας του, άρχισε τη συγγραφή διαφόρων έργων από τα οποία ο ‘’Λόγος περί των επιστημών και των τεχνών’’, βραβευμένο από την Ακαδημία της Ντιζόν, έκανε τον Ρουσσώ διάσημο. Παρόλο που ήταν επιρρεπής στις ασθένειες και έχοντας νευρασθενική ιδιοσυγκρασία, που κατέληξε σε μανία καταδιώξεως τα τελευταία έτη της ζωής του, ολοκλήρωσε το πολυμερές λογοτεχνικό, φιλοσοφικό και παιδαγωγικό του έργο, η επίδραση του οποίου ήταν τεράστια στις ιδέες των πρωταγωνιστών της Γαλλικής Επανάστασης. Επίσης, ο Ρουσσώ θεωρείται ως ο μεγάλος πρόδρομος του ρομαντικού κινήματος στη Γαλλία.

Το 1794 τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο Πάνθεον. Με ύφος ονειροπόλο και γοητευτικό, εύγλωττο, παράφορο και παθιασμένο συνάρπασε τις ψυχές των αναγνωστών του επιδρώντας, όλη τη διάρκεια του 18ο και 19ου αιώνα, σε ολόκληρη τη γαλλική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία. ‘’Με τον Βολταίρο ο παλαιός κόσμος τελειώνει, με τον Ρουσσώ, ένας νέος κόσμος αρχίζει’’, έγραψε ο Γκαίτε» (σελ. 7-8).

Τα κυριότερα έργα του είναι: «Λόγος επί των Επιστημών και των Τεχνών», «Ο μάγος του χωριού», «Ο Νάρκισσος», «Προέλευση της κοινωνικής ανισότητας των ανθρώπων», «Επιστολή προς τον Δ’ Αλαμπέρ επί των θεαμάτων», «Νέα Ελοΐζα», «Κοινωνικό Συμβόλαιο», «Αιμίλιος», «Εξομολογήσεις», «Τα ονειροπολήματα του φιλέρημου περιπατητού», κ.α.

Το πιο αντιπροσωπευτικό του έργο είναι το Κοινωνικό Συμβόλαιο, που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1762. «Η κυρίαρχη ιδέα του έργου είναι ότι ένας λαός που απαρτίζεται από την ένωση του συνόλου, διαφέρει από την άμορφη μάζα όταν αποτελεί ένα πολιτικό σώμα, το έθνος. Η ένωση αυτή προκύπτει από την υποχρέωση του καθενός να έχει νόμιμη αξία στηριζόμενη σε κάποιο θεμέλιο. Ορισμένοι λόγιοι το τοποθετούν στη δύναμη, άλλοι στο πατρικό κύρος και άλλοι στη θεία βούληση. Απορρίπτοντας τις αρχές αυτές ο Ρουσσώ αναγνωρίζει ως θεμέλιο για το πολιτικό σώμα μια πρωτότυπη σύμβαση την οποία αποδέχονται ελευθέρως τα μέλη και για τα οποία καθένας εξ’ αυτών τίθεται ανεπιφύλακτα αλληλέγγυος προς τα άλλα. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια αμοιβαία υποχρέωση του καθένα προς το σύνολο και του συνόλου προς τον καθένα» (σελ. 8-9).

 

Πηγή:

Ζαν Ζακ Ρουσσώ, «Δοκίμια Φιλοσοφίας». Διαλογισμοί- Στοχασμοί. Εκδοτικός Οίκος Δαμιανός.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ, «Δοκίμια Φιλοσοφίας»

Διαλογισμοί- Στοχασμοί

 

«Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ σκεπτόταν πως ο άνθρωπος έπρεπε να ζει κατά φύσιν, αφήνοντας να οδηγείται από τα ένστικτά του και τα συναισθήματά του, αρνούμενος στην τυραννία της λογικής. Οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι. Η κοινωνία τους διαφθείρει. Οι ιδέες του Ρουσσώ επηρέασαν βαθιά την εποχή του» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). 

 

Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ, ο φιλόσοφος του Διαφωτισμού, γεννήθηκε το 1712 και πέθανε το 1778. «Στο θεωρητικό πολιτικο- κοινωνικό του έργο ‘’Περί του κοινωνικού συμβολαίου’’ (1762) αναφέρει ότι της δημιουργίας του κράτους προηγήθηκε ένα συμβόλαιο, που οι άνθρωποι το δέχτηκαν και το οποίο έχει ως σκοπό να υπερασπιστεί τα δικαιώματά τους.

Κάθε άνθρωπος σύμφωνα με αυτό θέλει την ευτυχία του λαού. Το συμβόλαιο όμως αυτό δεν τηρήθηκε έτσι, τώρα, ο άνθρωπος πρέπει να το ξανακάνει από την αρχή ζητώντας πάλι το καλό του συνόλου και την κυριαρχία του λαού, και ότι τα συμφέροντα του ενός πρέπει να τα κατατάξη στον νόμο του συνόλου. Έτσι δεν θα υπάρχει ‘’κοινωνική ανισότητα’’».

«Ο Ρουσσώ προσπάθησε κάποτε στο Παρίσι να είναι, όπως όλος ο κόσμος. Κάτι όμως τον εμπόδισε. Τουλάχιστον κατάλαβε τότε καλά, που καταλήγει αυτός ο κατήφορος: ματαιοδοξία, πολυτέλεια, αυταπάτη. Οι άνθρωποι που έχουν αυτές τις αδυναμίες δεν ξέρουν τι κάνουν».   

«Το κακό είναι, πως όταν αναπτύσσονται οι χαρακτήρες, η κοινωνική κατάσταση διαχωρίζει τις τάξεις. Οι άνθρωποι αρχίζουν τις συγκρίσεις. Υπάρχουν δύο ειδών συγκρίσεις: η μια γεννά τις ιδέες των αισθήσεων, η άλλη ρυθμίζει την κίνησή της για να επιστρέψει στο Εγώ, θεωρούμενο σαν κέντρο αναφοράς. Εγώ, που ξεχνά τότε τα όριά του και πληγώνεται όταν συγκρίνεται με άλλον. Εγώ, που δεν είναι και τόσο αγαπητό, εδώ οφείλεται η δυαδικότητα της αγάπης προς εαυτόν και της φιλαυτίας. Όλες οι ανθρώπινες ικανότητες είναι μπροστά σε αυτή την εναλλαγή. Η φαντασία με γοητεύει με εικόνες κατοχής, με ενθουσιάζει με το όνειρο και την ομορφιά. Το συναίσθημα είναι καθαρή παθητικότητα η δημιουργική δραστηριότητα, το συναίσθημα εκφράζει το ίδιο καλά την καθαρή δεκτικότητα και τον καθαρό αυθορμητισμό: υπάρχει το συναίσθημα της εντύπωσης και το συναίσθημα της ελευθερίας» (σελ. 56-57).

 

Πηγή:

Ζαν Ζακ Ρουσσώ, «Δοκίμια Φιλοσοφίας». Διαλογισμοί- Στοχασμοί. Εκδοτικός Οίκος Δαμιανός.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ο Παράκελσος: η εποχή των μάγων

«Ο Παράκελσος, που γεννήθηκε το 1493 και πέθανε το 1541, συνδύασε τις ιατρικές γνώσεις του με την ‘’λεπτή επιστήμη της αλχημείας’’, την οποίαν ταύτιζε με την βαθιά φιλοσοφία. ‘’Η αλχημεία’’ έλεγε χαρακτηριστικά, είναι ‘’θεμελιώδης παράμετρος, κολόνα της ιατρικής επιστήμης’’. Οποιαδήποτε συμβολή του γιατρού στην επιστήμη του θα ‘ναι μάταιη κι άχρηστη, αν αυτός δεν είναι πλήρως εξοικειωμένος με την τέχνη της αλχημείας και δεν την γνωρίζει καλά. 

Οι αλχημιστές έθεταν ως στόχο των ερευνών τους την ανακάλυψη της φιλοσοφικής λίθου, με την χρήση της οποίας θα μπορούσαν να κατασκευάσουν χρυσάφι και να δημιουργήσουν το ελιξίριο της ζωής. Είναι γεγονός ότι, παρά τις άοκνες και, ενίοτε, συγκινητικές και ηρωικές προσπάθειές των, οι αλχημιστές δεν έφθασαν ποτέ στον πολυπόθητο στόχο τους. Αυτό, όμως, για τον Παράκελσο, δεν ακυρώνει την μεγάλη συμβολή τους στην ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης, καθώς, στοχεύοντας στην πραγματοποίηση των ευγενικών ιδανικών τους, σημείωσαν, με τις έρευνές των, σημαντικά βήματα για την κατάκτηση γνώσεων. […]

Ο Παράκελσος εντοπίζει σε δύο κυρίως σημεία την συμβολή της αλχημείας στην προώθηση της ωφέλιμης για τον άνθρωπο γνώσης: στην μεταβολή του χρώματος των μετάλλων και στην ανακάλυψη νέων φαρμάκων.

Όταν ο αλχημιστής, στο εργαστήριό του, επιχειρούσε να μετατρέψει ένα φθηνό μέταλλο, τον ψευδάργυρο ορισμένως, σε χρυσάφι, το αποτέλεσμα συνήθως ήταν να παράγει ένα μέταλλο που, χωρίς να είναι πραγματικό χρυσάφι, για τον Παράκελσο, δεν ήταν ένα ασήμαντο γεγονός, απεναντίας, επρόκειτο για μια σπουδαία συνεισφορά στην προσπάθεια για την μεταστοιχείωση φθηνών μετάλλων σε αληθινό χρυσάφι. […]

Το σύμπαν, κατά τον Παράκελσο, μοιάζει με ένα τεράστιο μαγνητικό πεδίο, όπου οι δυνάμεις που ενυπάρχουν σε ορισμένα όντα είναι δυνατόν να ασκήσουν επιρροή πάνω σε άλλα όντα. Έτσι, υποστήριζε ο Παράκελσος, υπάρχουν φυτά, μέταλλα ή πέτρες που, έχοντας μια συγγένεια με ορισμένα άστρα, μπορούν να προσελκύσουν τις ιδιότητες των ουράνιων αυτών στα οποία αντιστοιχούν, όπως ένας μαγνήτης έλκει τα κομμάτια σιδήρου. Ένας γιατρός οφείλει να γνωρίζει τις συμπαθητικές σχέσεις των πραγμάτων του κόσμου, ούτως ώστε, δίνοντας στον ασθενή του το κατάλληλο φάρμακο, ήγουν το βότανο, το μέταλλο ή έναν φυσικό συνδυασμό αυτών, να διοχετεύει, συγχρόνως, σε αυτόν και τις αντίστοιχες δυνάμεις των άστρων και να αποκαθιστά έτσι στον οργανισμό του αρρώστου την ισορροπία, που διαταράχθηκε από την αιτία της ασθένειάς του.

Ο αληθινός γιατρός, λοιπόν, για τον Παράκελσο, οφείλει, εκτός από φυσιολόγος του ανθρώπινου σώματος, να είναι και φυσικός επιστήμων και αστρολόγος- να είναι ένας ερευνητής της φύσης που, πέρα από τις λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, γνωρίζει όχι μόνο τις δυνάμεις γήινων σωμάτων, όπως εκείνες των βοτάνων, των λίθων και των μετάλλων, αλλά και τις δυνάμεις των άστρων, τις οποίες μπορεί να κατευθύνει στον στόχο του, που είναι η θεραπεία των άρρωστων ανθρώπων, έτσι ώστε, απαλλαγμένοι από την ασθένειά τους, να νιώθουν καλύτερα, πιο ευτυχισμένοι. Ο σκοπός του γιατρού, κατά τον Παράκελσο, είναι, σε τελευταία ανάλυση, ίδιος με τον σκοπό που έθετε η φιλοσοφία της αλχημείας: η ανθρώπινη ευτυχία. Ο γιατρός δηλαδή ήταν, για αυτόν, ένα αλχημιστής» (σελ. 198-202).

 

Πηγή:

Θεοδόσιος Πελεγρίνης. 2012. Οι πέντε εποχές της Φιλοσοφίας. Εκδόσεις Παπασωτηρίου.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.