Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος και η ευπλαστότητα του εγκεφάλου

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα της λειτουργίας και της προσαρμοστικότητας του ανθρώπινου εγκεφάλου αποτελεί το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε άτομα που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό και εξακολουθούν να αισθάνονται ότι το χαμένο άκρο εξακολουθεί να υπάρχει. Πολλές φορές το άτομο νιώθει πόνο για το ακρωτηριασμένο άκρο. Οι αισθήσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν απλή αίσθηση παρουσίας του άκρου, αίσθηση κίνησης, αλλά και πιο σύνθετες εμπειρίες, όπως η εντύπωση ότι το ανύπαρκτο πλέον χέρι εκτελεί μια χειραψία ή ότι τα δάχτυλα κινούνται φυσιολογικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ασθενείς αναφέρουν ακόμη και έντονο πόνο που φαίνεται να προέρχεται από το ακρωτηριασμένο μέλος, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν υπάρχει πλέον.

 

Η ύπαρξη αυτών των αισθήσεων οδήγησε τους επιστήμονες να διερευνήσουν τους νευρωνικούς μηχανισμούς που τις προκαλούν. Για τον σκοπό αυτό, κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα τόσο σε αρτιμελή άτομα όσο και σε άτομα με ακρωτηριασμό, ενώ εφάρμοζαν ήπια ερεθίσματα αφής σε διαφορετικές περιοχές του σώματος, όπως το πρόσωπο, ο κορμός και τα άνω άκρα. Μέσω σύγχρονων τεχνικών νευροαπεικόνισης κατέστη δυνατός ο εντοπισμός των περιοχών του σωματοαισθητικού φλοιού που ενεργοποιούνταν από κάθε ερέθισμα, επιτρέποντας τη λεπτομερή χαρτογράφηση της αναπαράστασης του σώματος στον εγκέφαλο.

Τα αποτελέσματα των ερευνών αποκάλυψαν ότι στα άτομα με ακρωτηριασμό, η διέγερση ορισμένων περιοχών του προσώπου ή του βραχίονα ενεργοποιούσε τμήματα του σωματοαισθητικού φλοιού τα οποία, πριν από τον ακρωτηριασμό, αντιστοιχούσαν στο χέρι που είχε χαθεί. Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλος φαινόταν να επαναχρησιμοποιεί τις περιοχές που δεν λάμβαναν πλέον αισθητηριακές πληροφορίες από το ακρωτηριασμένο μέλος.

Η εξήγηση αυτού του φαινομένου βρίσκεται στην ευπλαστότητα του εγκεφάλου, δηλαδή στην ικανότητά του να αναδιοργανώνεται και να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Μετά τον ακρωτηριασμό, οι γειτονικές περιοχές του σωματοαισθητικού φλοιού, όπως εκείνες που αντιπροσωπεύουν το πρόσωπο και τον βραχίονα, μπορούν σταδιακά να επεκταθούν και να καταλάβουν το τμήμα του φλοιού που προηγουμένως ήταν αφιερωμένο στο χαμένο χέρι. Ως αποτέλεσμα, η διέγερση αυτών των περιοχών ενδέχεται να ερμηνεύεται από τον εγκέφαλο ως αίσθηση που προέρχεται από το ακρωτηριασμένο άκρο.

Το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος αποτελεί επομένως ένα ισχυρό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος διατηρεί και αναδιοργανώνει τις αναπαραστάσεις του σώματος. Παρά την απώλεια ενός μέλους, τα νευρωνικά δίκτυα που το αντιπροσώπευαν δεν εξαφανίζονται άμεσα, αλλά μπορούν να συνεχίσουν να επηρεάζουν την αντίληψη και την εμπειρία του ατόμου, αναδεικνύοντας τη δυναμική και ευέλικτη φύση του ανθρώπινου νευρικού συστήματος.

 

Πηγή:

Schacter, D.L., Gilbert, D.T. & Nock, M.K. (2025). Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

 

 

Κατοπτρικοί Νευρώνες: Ο Ρόλος τους στην Κοινωνική Συμπεριφορά και την Ενσυναίσθηση

Οι κατοπτρικοί νευρώνες αποτελούν μια εξειδικευμένη ομάδα νευρικών κυττάρων που ενεργοποιούνται τόσο όταν ένα άτομο εκτελεί μια ενέργεια όσο και όταν παρατηρεί κάποιον άλλο να πραγματοποιεί την ίδια πράξη. Η ιδιότητά τους αυτή θεωρείται ότι επιτρέπει στον εγκέφαλο να αναγνωρίζει και να ερμηνεύει τις πράξεις των άλλων, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της κοινωνικής κατανόησης και των διαπροσωπικών σχέσεων.

 

Η ανακάλυψη των κατοπτρικών νευρώνων

Οι κατοπτρικοί νευρώνες ανακαλύφθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 κατά τη μελέτη του εγκεφάλου μακάκων πιθήκων. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι ορισμένοι νευρώνες ενεργοποιούνταν όχι μόνο όταν το ζώο εκτελούσε μια συγκεκριμένη ενέργεια, αλλά και όταν έβλεπε κάποιο άλλο άτομο να πραγματοποιεί την ίδια πράξη. Οι νευρώνες αυτοί εντοπίστηκαν κυρίως στον προκινητικό φλοιό και στο κάτω βρεγματικό λοβίδιο.

Μετέπειτα έρευνες αποκάλυψαν παρόμοια συστήματα και σε άλλα είδη, όπως τα ωδικά πτηνά, οι ποντικοί και οι μαρμοζέτες. Στον άνθρωπο, η μελέτη τους είναι πιο σύνθετη, καθώς η άμεση καταγραφή της δραστηριότητας μεμονωμένων νευρώνων είναι περιορισμένη. Παρ’ όλα αυτά, σύγχρονες τεχνικές νευροαπεικόνισης, όπως η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), έχουν εντοπίσει εγκεφαλικές περιοχές που παρουσιάζουν αντίστοιχα πρότυπα ενεργοποίησης, υποστηρίζοντας την ύπαρξη παρόμοιων μηχανισμών.

Πώς λειτουργούν

Οι κατοπτρικοί νευρώνες αποτελούν μέρος του κινητικού συστήματος του εγκεφάλου και συνδέονται με συγκεκριμένες πράξεις και κινήσεις. Ενεργοποιούνται είτε κατά την εκτέλεση μιας ενέργειας είτε κατά την παρατήρησή της σε άλλους ανθρώπους. Κάποιοι ανταποκρίνονται σε ιδιαίτερα συγκεκριμένες κινήσεις, ενώ άλλοι παρουσιάζουν ευρύτερη ευαισθησία σε διαφορετικές μορφές δράσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ορισμένοι από αυτούς διεγείρονται ακόμη και από ήχους που σχετίζονται με ανθρώπινες ενέργειες, όπως το σκίσιμο ενός χαρτιού ή το σπάσιμο ενός αντικειμένου. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι ο εγκέφαλος συνδέει όχι μόνο οπτικές αλλά και ακουστικές πληροφορίες με την κατανόηση της ανθρώπινης δράσης.

Συμβολή στην κοινωνική κατανόηση

Η ανακάλυψη των κατοπτρικών νευρώνων προκάλεσε έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον, καθώς θεωρήθηκε ότι ενδέχεται να αποτελούν έναν βασικό νευροβιολογικό μηχανισμό που υποστηρίζει την κοινωνική συμπεριφορά.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι κατοπτρικοί νευρώνες συμβάλλουν:

  • στη μίμηση των ενεργειών των άλλων,
  • στην κοινωνική μάθηση μέσω παρατήρησης,
  • στην κατανόηση των προθέσεων και των κινήτρων των άλλων,
  • στην ανάπτυξη της ενσυναίσθησης,
  • στη θεωρία του νου, δηλαδή στην ικανότητα κατανόησης των σκέψεων, των πεποιθήσεων και των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων.

Οι λειτουργίες αυτές θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές για την ανάπτυξη της συνεργασίας, της επικοινωνίας και των συναισθηματικών δεσμών που χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Κατοπτρικοί νευρώνες και ενσυναίσθηση

Μία από τις πιο γνωστές θεωρίες υποστηρίζει ότι οι κατοπτρικοί νευρώνες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ενσυναίσθηση. Όταν παρατηρούμε κάποιον να βιώνει χαρά, φόβο ή πόνο, ο εγκέφαλός μας φαίνεται να ενεργοποιεί νευρωνικά δίκτυα παρόμοια με εκείνα που θα ενεργοποιούνταν εάν ζούσαμε εμείς οι ίδιοι την ίδια εμπειρία.

Παρότι αρκετά ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν αυτή τη σύνδεση, οι σύγχρονες μελέτες υποδεικνύουν ότι η ενσυναίσθηση αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Οι κατοπτρικοί νευρώνες πιθανότατα συμμετέχουν στη διαδικασία αυτή, χωρίς όμως να αποτελούν τον μοναδικό ή καθοριστικό μηχανισμό που την εξηγεί.

Σχέση με ψυχικές και νευροαναπτυξιακές διαταραχές

Η πιθανή συμβολή των κατοπτρικών νευρώνων στην κοινωνική κατανόηση οδήγησε στην εξέταση του ρόλου τους σε διάφορες ψυχικές και αναπτυξιακές διαταραχές.

Ψυχοπάθεια και αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας

Η μειωμένη συναισθηματική ενσυναίσθηση που παρατηρείται στα άτομα με ψυχοπαθητικά ή αντικοινωνικά χαρακτηριστικά έχει οδηγήσει στην υπόθεση ότι τα σχετικά νευρωνικά δίκτυα ενδέχεται να λειτουργούν διαφορετικά. Αν και ορισμένες μελέτες έχουν καταγράψει μειωμένη ενεργοποίηση σε περιοχές που σχετίζονται με την επεξεργασία συναισθημάτων, τα διαθέσιμα δεδομένα παραμένουν περιορισμένα.

Σχιζοφρένεια

Οι δυσκολίες στην κοινωνική αντίληψη που συχνά συνοδεύουν τη σχιζοφρένεια έχουν επίσης συνδεθεί με πιθανές δυσλειτουργίες του κατοπτρικού συστήματος. Ωστόσο, τα ερευνητικά ευρήματα δεν είναι ακόμη επαρκή ώστε να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.

Αυτισμός

Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στη λεγόμενη «θεωρία του σπασμένου κατοπτρικού συστήματος», σύμφωνα με την οποία οι δυσκολίες κοινωνικής επικοινωνίας στον αυτισμό οφείλονται σε διαταραγμένη λειτουργία των κατοπτρικών νευρώνων. Αν και η θεωρία αυτή προσέλκυσε σημαντικό ενδιαφέρον, μεταγενέστερες ανασκοπήσεις έδειξαν ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να την επιβεβαιώνουν ως κύρια εξήγηση των χαρακτηριστικών του αυτισμού. Οι νευρολογικές διαφορές που παρατηρούνται είναι πιθανότατα πιο σύνθετες και πολυδιάστατες.

Σύγχρονες προσεγγίσεις και μελλοντικές κατευθύνσεις

Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό που προκάλεσε η ανακάλυψή τους, οι κατοπτρικοί νευρώνες εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έντονης επιστημονικής έρευνας και συζήτησης. Η σύγχρονη άποψη υποστηρίζει ότι συμβάλλουν ουσιαστικά στην κατανόηση των πράξεων και των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων, χωρίς όμως να μπορούν από μόνοι τους να εξηγήσουν πλήρως πολύπλοκες λειτουργίες όπως η ενσυναίσθηση, η κοινωνική μάθηση ή η θεωρία του νου.

Κατά συνέπεια, θεωρούνται σήμερα μέρος ενός ευρύτερου και πιο σύνθετου νευρωνικού δικτύου που υποστηρίζει την ανθρώπινη κοινωνική νόηση. Η μελλοντική έρευνα αναμένεται να αποσαφηνίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον ρόλο τους στη λειτουργία του εγκεφάλου και στη διαμόρφωση της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς.

 

Πηγή:

https://www.psychologytoday.com/us/basics/mirror-neurons.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Οι ψυχολογικές απόψεις του Τζων Λοκ

Ο Τζων Λοκ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του βρετανικού εμπειρισμού. Οι βασικές του ψυχολογικές και φιλοσοφικές απόψεις παρουσιάζονται στο έργο του «Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση» (1690). Επηρεασμένος από τον Χομπς, υποστήριξε ότι κάθε γνώση προέρχεται από την εμπειρία, διατυπώνοντας την άποψη ότι «δεν υπάρχει τίποτα στον νου που να μην έχει προηγουμένως περάσει από τις αισθήσεις».

 

Σύμφωνα με τον Λοκ, ο ανθρώπινος νους κατά τη γέννηση είναι μια tabula rasa, δηλαδή ένα «άγραφο χαρτί», χωρίς έμφυτες γνώσεις ή ιδέες. Όλες οι γνώσεις αποκτώνται σταδιακά μέσα από τις εμπειρίες που συλλέγει το άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του. Για τον λόγο αυτό απέρριψε την ιδέα ότι ο άνθρωπος γεννιέται με έμφυτες γνώσεις, είτε αυτές προέρχονται από τον Θεό είτε είναι ήδη ενσωματωμένες στη φύση του. Αντίθετα, πίστευε ότι ακόμη και οι έννοιες του Θεού και της ηθικής διαμορφώνονται μέσω της εμπειρίας.

Ο Λοκ έκανε διάκριση ανάμεσα στις αισθήσεις και στις αντιλήψεις. Οι αισθήσεις αποτελούν τα άμεσα ερεθίσματα που λαμβάνουμε από τον εξωτερικό κόσμο, ενώ οι αντιλήψεις δημιουργούνται όταν ο νους επεξεργάζεται και ερμηνεύει αυτά τα αισθητηριακά δεδομένα. Έτσι, οι βασικές μονάδες της σκέψης, δηλαδή οι ιδέες, προέρχονται από τις αισθήσεις και αναπτύσσονται μέσω του αναλογισμού.

Επιπλέον, ο Λοκ διαχώρισε τις ιδιότητες των αντικειμένων σε πρωτεύουσες και δευτερεύουσες. Οι πρωτεύουσες ιδιότητες, όπως το μέγεθος, το σχήμα, ο αριθμός και η κίνηση, υπάρχουν αντικειμενικά στα ίδια τα αντικείμενα. Αντίθετα, οι δευτερεύουσες ιδιότητες, όπως τα χρώματα, οι ήχοι, οι γεύσεις και οι οσμές, δεν υπάρχουν αυτούσιες στα αντικείμενα, αλλά δημιουργούνται στον νου μας κατά τη διαδικασία της αντίληψης.

Η διάκριση αυτή οδήγησε τον Λοκ να εξετάσει τη φύση της πραγματικότητας και να υποστηρίξει ότι υπάρχουν δύο είδη ουσιών. Οι υλικές ουσίες αποτελούν τα αντικείμενα του φυσικού κόσμου, τα οποία γνωρίζουμε μέσω των πρωτευουσών ιδιοτήτων τους. Οι πνευματικές ουσίες, αντίθετα, σχετίζονται με τον νου και αντιστοιχούν στις νοητικές αναπαραστάσεις που σχηματίζουμε για τα αντικείμενα.

Σε αντίθεση με τους Γάλλους αισθησιοκράτες, οι οποίοι θεωρούσαν ότι οι αισθήσεις αρκούν από μόνες τους για τη γνώση και υποβάθμιζαν τον ρόλο του νου, ο Λοκ υποστήριξε ότι ο νους είναι απαραίτητος. Ωστόσο, τον αντιμετώπιζε κυρίως ως παθητικό δέκτη των εμπειριών, αφού δεν δεχόταν την ύπαρξη έμφυτων ιδεών και θεωρούσε ότι η λειτουργία του εξαρτάται από τα αισθητηριακά ερεθίσματα.

Παρ' όλα αυτά, αναγνώρισε στον νου δύο σημαντικές λειτουργίες. Η πρώτη είναι ο συνειρμός, δηλαδή η ικανότητα να συνδέει μεταξύ τους διαφορετικές εμπειρίες και ιδέες. Οι συνδέσεις αυτές μπορεί να βασίζονται σε λογικές σχέσεις μεταξύ των γεγονότων ή να δημιουργούνται τυχαία. Οι τυχαίοι συνειρμοί αντιστοιχούν σε αυτό που σήμερα περιγράφεται ως ενισχυμένη τελετουργική ή προκατειλημμένη συμπεριφορά.

Η δεύτερη λειτουργία είναι ο αναλογισμός. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο νους συνδυάζει απλές ιδέες που προέρχονται από τις αισθήσεις και δημιουργεί νέες, πιο σύνθετες έννοιες. Σε αυτό το σημείο ο Λοκ διαφοροποιείται από τον Χομπς, καθώς θεωρεί ότι ο αναλογισμός αποτελεί μια νοητική διεργασία που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις αισθήσεις.

Οι απόψεις του Λοκ επηρέασαν σημαντικά την εξέλιξη της ψυχολογίας και της φιλοσοφίας. Η θεωρία του χαρακτηρίζεται ως ορθολογικός εμπειρισμός, επειδή, ενώ υποστήριζε ότι η γνώση προέρχεται από την εμπειρία, διατηρούσε τον ενεργό ρόλο του νου και ταυτόχρονα απομάκρυνε την παραδοσιακή θεολογική έννοια της ψυχής. Μεταγενέστεροι στοχαστές, όπως ο Κοντιγιάκ, υιοθέτησαν τη βασική ιδέα ότι η γνώση προέρχεται από την εμπειρία, αλλά έδωσαν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στις αισθήσεις, αμφισβητώντας την αναγκαιότητα του ίδιου του νου. Παρ' όλα αυτά, η θεωρία του Λοκ για την καθοριστική επίδραση του περιβάλλοντος αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε ο βρετανικός εμπειρισμός.

 

Πηγή:

Brennan, J.F. (2009). Ψυχολογία. Ιστορία και Συστήματα. Επ. Επ. Π.Σ. Κορδούτης, Αθήνα: Τόπος

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τα πέντε θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή, του Bowlby

Μετά το πρωτοποριακό έργο του John Bowlby, η Θεωρία του Δεσμού εξελίχθηκε σημαντικά και εμπλουτίστηκε από διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Οι μεταγενέστεροι ερευνητές επιχείρησαν να ταξινομήσουν τις συμπεριφορές δεσμού και να αναπτύξουν τρόπους αξιολόγησης και εφαρμογής τους στην ψυχοθεραπεία. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση του δεσμού. Ορισμένες προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν τον δεσμό ως ένα σχετικά σταθερό χαρακτηριστικό που διαθέτει το άτομο, ενώ άλλες τον θεωρούν μια δυναμική και εξελισσόμενη διαδικασία, η οποία διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις και δεν μπορεί να αποτυπωθεί πλήρως με στατικές μετρήσεις.

 

Η σύγχρονη προσέγγιση που βασίζεται στο Δυναμικό Μοντέλο Ωρίμανσης Δεσμού και Προσαρμογής (Dynamic Maturational Model – DMM) δίνει έμφαση στον δεσμό ως μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τις απειλές του περιβάλλοντος. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεωρία του δεσμού συνδέεται στενά με τη λειτουργία του προβλεπτικού εγκεφάλου και των συστημάτων μνήμης, τα οποία συμβάλλουν στη διαμόρφωση των συμπεριφορών που αποσκοπούν στην ασφάλεια και την επιβίωση.

Κεντρικό στοιχείο της θεραπευτικής σκέψης του Bowlby ήταν η έννοια της ασφάλειας. Σε αντίθεση με ορισμένες ψυχαναλυτικές θεωρήσεις της εποχής του, που έδιναν έμφαση στη φαντασίωση ως πηγή τραύματος, ο Bowlby υποστήριξε ότι τα τραυματικά γεγονότα είναι πραγματικές εμπειρίες που επηρεάζουν βαθιά την ψυχική ανάπτυξη. Με βάση αυτή την παραδοχή, διατύπωσε πέντε βασικά θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή:

Να προσφέρει στον θεραπευόμενο μια ασφαλή βάση, μέσα από μια σχέση εμπιστοσύνης, υποστήριξης και αποδοχής.

Να τον βοηθήσει να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με σημαντικά πρόσωπα της ζωής του και τις προσδοκίες που διαμορφώνει για τον εαυτό του και τους άλλους.

Να διερευνήσει τη θεραπευτική σχέση ως πεδίο κατανόησης των σχεσιακών του μοτίβων.

Να συνδέσει τις σημερινές του αντιλήψεις και συμπεριφορές με τις πρώιμες εμπειρίες του, ιδιαίτερα με τους γονείς ή άλλους σημαντικούς φροντιστές.

Να αναγνωρίσει ότι οι εικόνες που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του και τους άλλους μπορεί να μην ανταποκρίνονται πλέον στην παρούσα πραγματικότητα και να χρειάζονται αναθεώρηση.

Στη σύγχρονη κατανόηση της θεωρίας του δεσμού, η ασφάλεια δεν θεωρείται μια σταθερή κατάσταση που είτε υπάρχει είτε απουσιάζει. Αντίθετα, αποτελεί μια διαρκή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τους κινδύνους του περιβάλλοντος. Ο άνθρωπος αξιολογεί συνεχώς πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο αλλά και από το σώμα του, προκειμένου να εκτιμήσει πιθανές απειλές και να οργανώσει την κατάλληλη συμπεριφορά. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στη λειτουργία του «προβλεπτικού εγκεφάλου», ο οποίος χρησιμοποιεί προηγούμενες εμπειρίες για να προβλέψει τι είναι πιθανό να συμβεί και να προετοιμάσει τις κατάλληλες αντιδράσεις. Έτσι, το παρελθόν λειτουργεί ως οδηγός για τη διαχείριση του παρόντος και τη διατήρηση της συναισθηματικής ισορροπίας.

Η θεωρία του δεσμού έχει εξελιχθεί σε μια θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών, όπου οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους άλλους και ανταποκρινόμαστε στις σχέσεις μας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διαδικαστική ή έμμεση μνήμη, η οποία καθοδηγεί πολλές από τις αντιδράσεις μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε συνειδητά.

Όταν το άτομο αντιλαμβάνεται κίνδυνο, συχνά αντιδρά αυτόματα, πριν προλάβει να σκεφτεί λογικά την κατάσταση. Οι αντιδράσεις αυτές βασίζονται σε παλαιότερα μοτίβα μάθησης και εμπειρίας, τα οποία έχουν καταγραφεί στα συστήματα μνήμης. Για τον λόγο αυτό, οι συμπεριφορές που εμφανίζονται στις σχέσεις δεν καθορίζονται μόνο από όσα δηλώνουμε συνειδητά, αλλά και από ασυνείδητες διαδικασίες που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τις προηγούμενες εμπειρίες μας.

Στο πεδίο της παιδοψυχιατρικής, η έννοια της ασφαλούς βάσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, η ασφάλεια δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στη σχέση παιδιού–θεραπευτή. Αντίθετα, βασικός στόχος είναι η δημιουργία ενός επαρκώς ασφαλούς οικογενειακού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο το παιδί θα μπορεί να αναπτυχθεί και να επεξεργαστεί τις δυσκολίες του.

Ο θεραπευτής λειτουργεί ως υποστηρικτικός παράγοντας, βοηθώντας την οικογένεια να διαχειριστεί τις εντάσεις και να δημιουργήσει συνθήκες που ευνοούν τη συναισθηματική ανάπτυξη. Παράλληλα, η θεραπεία εστιάζει στην κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας και των μοτίβων συμπεριφοράς που συντηρούν τις δυσκολίες. Επομένως, η σύγχρονη θεώρηση του δεσμού υπογραμμίζει ότι οι ανθρώπινες σχέσεις, η μνήμη, η επεξεργασία των πληροφοριών και η αναζήτηση ασφάλειας αποτελούν αλληλένδετες διαδικασίες που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο γύρω μας.

 

Πηγή:

Wilkinson, S.R. (2024). Bowlby’s five therapeutic tasks: Bringing them up to date for children.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Bowlby: Η ζωή του και το έργο του

Ο John Bowlby (1907–1990) υπήρξε διακεκριμένος Βρετανός ψυχολόγος και ψυχίατρος, γνωστός κυρίως για τη διαμόρφωση της Θεωρίας του Δεσμού (Attachment Theory). Το έργο του επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, αναδεικνύοντας τη σημασία των πρώιμων σχέσεων με τους βασικούς φροντιστές για τη μετέπειτα ψυχική υγεία, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ανθεκτικότητα του ατόμου.

 

Ο Bowlby γεννήθηκε σε μια οικογένεια της βρετανικής μεσαίας τάξης και οι προσωπικές του εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία επηρέασαν σημαντικά τις επιστημονικές του αναζητήσεις. Σε ηλικία επτά ετών στάλθηκε σε οικοτροφείο, μια εμπειρία που αργότερα χαρακτήρισε ιδιαίτερα επώδυνη. Ο πρόωρος αποχωρισμός από την οικογένειά του συνέβαλε στη διαμόρφωση των απόψεών του σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της συναισθηματικής στέρησης και της παρατεταμένης απομάκρυνσης των παιδιών από τους γονείς τους.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση. Κατά τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα εργάστηκε με παιδιά που παρουσίαζαν συναισθηματικές δυσκολίες και παραβατική συμπεριφορά. Η εμπειρία αυτή τον οδήγησε να εστιάσει στον ρόλο που διαδραματίζουν οι πρώιμες οικογενειακές σχέσεις στη διαμόρφωση της ψυχικής υγείας.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Bowlby παρατήρησε τις σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις που βίωναν τα παιδιά τα οποία είχαν αποχωριστεί τους γονείς τους λόγω των πολεμικών συνθηκών. Οι παρατηρήσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την ανάπτυξη της Θεωρίας του Δεσμού, η οποία συνδύασε στοιχεία από την ψυχανάλυση, την εξελικτική βιολογία και την ηθολογία.

Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι συμπεριφορές προσκόλλησης των βρεφών – όπως το κλάμα, η αναζήτηση εγγύτητας και η προσκόλληση στον φροντιστή – αποτελούν έμφυτους μηχανισμούς που έχουν εξελικτικό σκοπό: τη διασφάλιση της προστασίας και της επιβίωσης του παιδιού.

Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές του Bowlby είναι η έννοια του «Εσωτερικού Μοντέλου Εργασίας» (Internal Working Model). Μέσα από τις αλληλεπιδράσεις με τον βασικό φροντιστή, το παιδί διαμορφώνει εσωτερικές αναπαραστάσεις για τον εαυτό του και τους άλλους. Οι εμπειρίες αυτές επηρεάζουν τις προσδοκίες του σχετικά με το κατά πόσο οι σημαντικοί άνθρωποι θα είναι διαθέσιμοι και υποστηρικτικοί, καθώς και το αν το ίδιο αξίζει αγάπη, φροντίδα και αποδοχή.

Η θεωρία του Bowlby εμπλουτίστηκε περαιτέρω από το έργο της ψυχολόγου Mary Ainsworth, η οποία προσδιόρισε τέσσερις βασικούς τύπους δεσμού:

Ασφαλής δεσμός: Το παιδί αισθάνεται εμπιστοσύνη ότι ο φροντιστής θα είναι διαθέσιμος και θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και αυτοπεποίθησης.

Αγχώδης-Αμφιθυμικός δεσμός: Το παιδί βιώνει έντονη αναστάτωση κατά την απομάκρυνση του φροντιστή και δυσκολεύεται να ηρεμήσει ακόμη και μετά την επιστροφή του, λόγω αβεβαιότητας σχετικά με τη διαθεσιμότητά του.

Αποφευκτικός δεσμός: Το παιδί τείνει να αποφεύγει τη στενή επαφή και δεν αναζητά εύκολα παρηγοριά από τον φροντιστή, καθώς έχει μάθει ότι οι συναισθηματικές του ανάγκες δεν ικανοποιούνται επαρκώς.

Αποδιοργανωμένος δεσμός: Χαρακτηρίζεται από αντιφατικές, συγκεχυμένες ή ασυνεπείς συμπεριφορές απέναντι στον φροντιστή και συνδέεται συχνά με εμπειρίες τραύματος, φόβου ή παραμέλησης.

Η Θεωρία του Δεσμού εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά πλαίσια στην αναπτυξιακή ψυχολογία, επηρεάζοντας τόσο την έρευνα όσο και την κλινική πρακτική. Οι ιδέες του Bowlby έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πρώιμες σχέσεις διαμορφώνουν την προσωπικότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ευημερία κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής.

 

Πηγή:

https://thevoiceofearlychildhood.com/an-introduction-to-john-bowlby/.

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η Ψυχαναλυτική Θεωρία του Freud

Η ψυχοδυναμική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου επηρεάζεται από εσωτερικές δυνάμεις, αναμνήσεις και συγκρούσεις που συνήθως βρίσκονται έξω από τη συνειδητή του επίγνωση. Οι παράγοντες αυτοί δρουν χωρίς το άτομο να τους ελέγχει πλήρως.

 

Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία του Freud, η προσωπικότητα και η συμπεριφορά διαμορφώνονται κυρίως από ασυνείδητες ψυχικές δυνάμεις. Το ασυνείδητο αποτελεί το τμήμα της προσωπικότητας που δεν γίνεται αντιληπτό από το άτομο. Σε αυτό βρίσκονται επιθυμίες, ανάγκες, αναμνήσεις και συγκρούσεις, κυρίως από την παιδική ηλικία, οι οποίες παραμένουν κρυμμένες επειδή προκαλούν άγχος ή ψυχική αναστάτωση. Ο Freud θεωρούσε ότι το ασυνείδητο επηρεάζει σημαντικά τις καθημερινές μας σκέψεις και πράξεις. Ο Freud πίστευε ότι η προσωπικότητα αποτελείται από τρία βασικά μέρη: το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ.

Το Εκείνο (Id)

Το Εκείνο είναι το πιο πρωτόγονο και έμφυτο μέρος της προσωπικότητας και υπάρχει από τη γέννηση. Περιλαμβάνει τα βασικά ένστικτα και τις βιολογικές ανάγκες, όπως η πείνα, η σεξουαλικότητα, η επιθετικότητα και οι παρορμήσεις. Λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της ηδονής, δηλαδή επιδιώκει την άμεση ικανοποίηση των αναγκών και την αποφυγή της δυσφορίας ή της έντασης.

Το Εγώ (Ego)

Το Εγώ είναι το λογικό και ρεαλιστικό μέρος της προσωπικότητας. Λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα στις απαιτήσεις του Εκείνου και στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Στόχος του είναι να ικανοποιεί τις ανάγκες του ατόμου με τρόπους που είναι κοινωνικά αποδεκτοί και ασφαλείς. Το Εγώ λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της πραγματικότητας.

Το Υπερεγώ (Superego)

Το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει την ηθική συνείδηση του ατόμου. Περιλαμβάνει τις αξίες, τους κανόνες και τις αντιλήψεις για το σωστό και το λάθος που αποκτά το παιδί από τους γονείς, τους δασκάλους και το κοινωνικό του περιβάλλον. Η ανάπτυξή του ξεκινά περίπου στην ηλικία των 5-6 ετών και συνεχίζεται σταδιακά.

Η ανάπτυξη της προσωπικότητας

Ο Freud δεν ασχολήθηκε μόνο με τη δομή της προσωπικότητας αλλά και με τον τρόπο που αυτή αναπτύσσεται κατά την παιδική ηλικία. Υποστήριξε ότι η ανάπτυξη πραγματοποιείται μέσα από μια σειρά ψυχοσεξουαλικών σταδίων. Σε κάθε στάδιο η ευχαρίστηση και η ικανοποίηση του παιδιού συνδέονται με μια συγκεκριμένη περιοχή του σώματος.

Στο πρώτο στάδιο, το στοματικό, η ευχαρίστηση σχετίζεται με το στόμα, όπως το θηλασμό και το πιπίλισμα. Στη συνέχεια ακολουθεί το πρωκτικό στάδιο, όπου η ευχαρίστηση συνδέεται με τον έλεγχο των σωματικών λειτουργιών. Αργότερα εμφανίζεται το φαλλικό στάδιο, στο οποίο το ενδιαφέρον στρέφεται στα γεννητικά όργανα. Τέλος, κατά την εφηβεία και την ενήλικη ζωή, το άτομο εισέρχεται στο στάδιο της γενετήσιας λειτουργίας, όπου η σεξουαλική ενέργεια κατευθύνεται προς ώριμες διαπροσωπικές σχέσεις.

Ο Freud θεωρούσε ότι οι εμπειρίες που αποκτά το παιδί σε κάθε ένα από αυτά τα στάδια παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ενήλικα.

Πηγή:

FELDMAN S. ROBERT, Αναπτυξιακή ψυχολογία, Δια βίου προσέγγιση, Αθήνα, 2025.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Σχολή του Βύρτσμπουργκ

Η τελευταία σημαντική έκφραση της ψυχολογίας που βασιζόταν στις ανθρωπιστικές επιστήμες ήταν η Σχολή του Βύρτσμπουργκ, η οποία συνδέθηκε με τον Όσβαλντ Κούλπε (1862–1915). Η σχολή αυτή επικεντρώθηκε κυρίως στη μελέτη της σκέψης και κατέληξε σε δύο ιδιαίτερα σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον, υποστήριξε ότι οι σκέψεις δεν συνοδεύονται πάντοτε από νοητικές εικόνες, θέση που ερχόταν σε αντίθεση με βασικές αρχές της δομικής ψυχολογίας. Δεύτερον, υποστήριξε ότι η σκέψη δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσω των συνειρμών, όπως πίστευαν πολλοί ψυχολόγοι της εποχής.

 

Παρότι η δράση της Σχολής του Βύρτσμπουργκ διήρκεσε σχετικά λίγο, κατάφερε να αμφισβητήσει σοβαρά τη δομική ψυχολογία χρησιμοποιώντας μάλιστα τις ίδιες περίπου θεωρητικές και ερευνητικές μεθόδους. Οι ψυχολόγοι της σχολής δεν ήταν τόσο ριζοσπαστικοί όσο ο Μπρεντάνο και αποδέχονταν αρκετές από τις απόψεις του Βουντ. Ωστόσο, μέσα από τις έρευνές τους ανέδειξαν σημαντικές αδυναμίες του συστήματός του.

Ο Κούλπε γεννήθηκε στη σημερινή Λετονία και αρχικά σπούδασε ιστορία. Όταν γνώρισε τον Βουντ στη Λειψία, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο επιστημονικά ενδιαφέροντα: την ιστορία και την ψυχολογία. Τελικά σπούδασε και τα δύο αντικείμενα και το 1887 απέκτησε το διδακτορικό του στην ψυχολογία υπό την επίβλεψη του Βουντ. Στην αρχή ακολουθούσε πιστά τις ιδέες του δασκάλου του. Όταν όμως ανέλαβε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ, στράφηκε στη μελέτη των διαδικασιών της σκέψης. Το 1901 δύο μαθητές του δημοσίευσαν έρευνα για τους συνειρμούς, χρησιμοποιώντας μεθόδους που ξεπερνούσαν την παραδοσιακή ενδοσκόπηση και βασίζονταν και στις αναφορές των συμμετεχόντων σχετικά με τον τρόπο που σκέφτονταν.

Κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, ο Κούλπε και οι συνεργάτες του συγκέντρωσαν στοιχεία που αμφισβητούσαν τις παραδοσιακές εξηγήσεις της δομικής ψυχολογίας για τη σκέψη. Αν και δεν έδωσαν οριστική λύση στο ζήτημα της «ανεικονικής σκέψης», έδειξαν ότι η συνείδηση πιθανόν να περιλαμβάνει και περιεχόμενα που δεν προέρχονται από τις αισθήσεις.

Παράλληλα, τα ερευνητικά τους δεδομένα έδειχναν ότι λειτουργίες όπως η κρίση και η βούληση δεν ακολουθούν πάντα τις προβλέψιμες και μηχανικές ακολουθίες που πρότεινε η συνειρμική θεωρία. Αντίθετα, φαίνεται ότι στη σκέψη παρεμβαίνουν αυθόρμητοι και εξωτερικοί παράγοντες, γεγονός που αμφισβητούσε τις μέχρι τότε αντιλήψεις για τη λειτουργία του νου.

Όταν ο Κούλπε μετακινήθηκε στη Βόννη το 1909, η Σχολή του Βύρτσμπουργκ ουσιαστικά διαλύθηκε. Εκεί ασχολήθηκε περισσότερο με τη σχέση ψυχολογίας και ιατρικής. Παρά τη σημαντική συμβολή της, η σχολή δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό σύστημα ψυχολογίας που να αντικαταστήσει τη δομική ψυχολογία. Η ουσιαστική ρήξη με το παλαιότερο μοντέλο θα πραγματοποιούνταν αργότερα από την Ψυχολογία της Γκεστάλτ.

Συνολικά, ούτε ο Βουντ ούτε ο Μπρεντάνο κατάφεραν να θεμελιώσουν οριστικά τη σύγχρονη ψυχολογία. Ωστόσο, κρίνοντας εκ των υστέρων, ο Μπρεντάνο φαίνεται πως άσκησε μεγαλύτερη και πιο διαρκή επιρροή, καθώς πολλές από τις ιδέες του διατηρήθηκαν και αξιοποιήθηκαν από μεταγενέστερα ρεύματα. Η ψυχολογία, άλλωστε, χρειάστηκε να αναδιαμορφωθεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

 

Το κληροδότημα της Σχολής του Βύρτσμπουργκ

Η γερμανική ψυχολογία διαμορφώθηκε κυρίως από δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Η πρώτη ήταν η ψυχολογία του Βουντ, η οποία αντιμετώπιζε την ψυχολογία ως φυσική επιστήμη και μελετούσε την άμεση εμπειρία μέσω της ελεγχόμενης ενδοσκόπησης. Ο Βουντ ανέπτυξε ένα ενιαίο σύστημα δομικής ψυχολογίας, σύμφωνα με το οποίο τα νοητικά περιεχόμενα προέρχονται αποκλειστικά από τα αισθητηριακά δεδομένα.

Η δεύτερη προσέγγιση αποτελούνταν από διάφορους στοχαστές που, παρά τις διαφορές τους, διαφωνούσαν με τους περιορισμούς του μοντέλου του Βουντ. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο Μπρεντάνο και ο Στουμπφ, οι οποίοι επιδίωξαν να διευρύνουν το αντικείμενο της ψυχολογίας πέρα από τα στενά όρια που είχε θέσει η δομική ψυχολογία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα αναπτύχθηκε η Σχολή του Βύρτσμπουργκ. Υπό την καθοδήγηση του Κούλπε, προσπάθησε να εξηγήσει τη νοητική δραστηριότητα δίνοντας έμφαση σε μορφές συνείδησης που δεν προέρχονται από τις αισθήσεις. Η συζήτηση γύρω από την «ανεικονική σκέψη» συνέβαλε στην ανάπτυξη θεωριών που αναγνώριζαν μεγαλύτερο βαθμό αυτενέργειας στον νου. Ο Κούλπε πίστευε ότι ο νους οργανώνει ενεργητικά τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος με βάση κατηγορίες όπως η ποιότητα, η ένταση, ο χρόνος και ο χώρος. Με αυτόν τον τρόπο επανέφερε στη γερμανική ψυχολογία ιδέες που θυμίζουν τις φιλοσοφικές κατηγορίες του Καντ.

Οι ερευνητές της Σχολής του Βύρτσμπουργκ υποστήριζαν ακόμη ότι ο νους διαθέτει ορισμένες προδιαθέσεις, τάσεις ή «καταστάσεις ετοιμότητας», οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και συνδέουμε τα γεγονότα. Ανάλογα με την ψυχική κατάσταση του ατόμου, οι συνειρμοί μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετικές πορείες. Επομένως, η σκέψη δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μηχανικών συνδέσεων μεταξύ ιδεών, αλλά εξαρτάται και από τον τρόπο οργάνωσης του ίδιου του νου.

Παρόλο που η Σχολή του Βύρτσμπουργκ δεν δημιούργησε ένα πλήρες και ανταγωνιστικό θεωρητικό σύστημα απέναντι στη δομική ψυχολογία, οι παρατηρήσεις και τα ευρήματά της αποτέλεσαν μια σοβαρή πρόκληση για τις απόψεις του Βουντ. Οι ιδέες της επηρέασαν σημαντικά τους ψυχολόγους της Γκεστάλτ, οι οποίοι συνέχισαν και ανέπτυξαν πιο συστηματικά την κριτική απέναντι στο μοντέλο του Βουντ.

 

Πηγή:

Brennan, J. F. (2010). Ψυχολογία: Ιστορία και συστήματα (Μ. Αλεξανδράκη, Ε. Αρτεμάκη & Α. Αλεξανδράκη, Επιμ.). Εκδόσεις Τόπος.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.