Δευτέρα 11 Απριλίου 2022

Νέα προκήρυξη με αλλαγές...

 στην Κλινική Ψυχολογία

 

https://psychology.panteion.gr/index.php/about-us/undergraduate-psychology/graduate-admission-examinations

 

C. «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ»


Θεματικές ενότητες
 Ορισμός αντικειμένου, πλαίσια εργασίας και εκπαίδευση στην Κλινική Ψυχολογία
 Ιστορική εξέλιξη της Κλινικής Ψυχολογίας
 Θεωρητικά μοντέλα και μέθοδοι παρέμβασης στην Κλινική Ψυχολογία
 Αξιολόγηση των νοητικών ικανοτήτων, της συμπεριφοράς και της προσωπικότητας στην
κλινική ψυχολογία
 Η συνέντευξη στην κλινική ψυχολογία
 Ψυχομετρική αξιοπιστία και εγκυρότητα
 Ψυχολογικές Θεωρίες προσωπικότητας: Ψυχαναλυτική προσέγγιση, Νεοψυχαναλυτική
προσέγγιση, Συμπεριφοριστική προσέγγιση, Γνωστική προσέγγιση, Γενετική
προσέγγιση, Ανθρωπιστική προσέγγιση, Προσέγγιση κοινωνικής μάθησης, Προσεγγίσεις
περιορισμένου βεληνεκούς
 Προκαλούμενη συμπεριφορά στην κλινική πρακτική
 Συντελεστική συμπεριφορά στην κλινική πρακτική
 Ψυχοπαθολογία
 Μοντέλα κατανόησης και θεραπείας της ψυχοπαθολογίας και των προβλημάτων
ψυχικής υγείας
 Βασικές αρχές αξιολόγησης και έρευνας στην Κλινική Ψυχολογία
 Διαπολιτισμικά ζητήματα στην Κλινική Ψυχολογία
 Νομικά και δεοντολογικά ζητήματα στην Κλινική Ψυχολογία


Ενδεικτική βιβλιογραφία
i. L. Heiden & M. Hersen (2011) Εισαγωγή στην κλινική ψυχολογία. Αθήνα: Εκδόσεις
Πεδίο.
ii. P. Bennett (2010) Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Πεδίο.
iii. D.P. Schultz & S.E. Schultz (2021) Ψυχολογικές Θεωρίες Προσωπικότητας. Αθήνα:
Εκδόσεις Πεδίο.
iv. Ρ. Mέλλον (2013) Ψυχολογία της συμπεριφοράς (3η έκδοση). Αθήνα: Εκδόσεις Πεδίο.
v. Ρ. Μέλλον (2010) Κλινική ψυχομετρία. Αθήνα: Εκδόσεις Πεδίο.
vi. Kring, A.M., Davison, G.C., Neale, J.M., & Johnson, S.L. (2010). Ψυχοπαθολογία.
Αθήνα: Gutenberg.

 

 

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

Η Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας και η επίδραση στη συμπεριφορά μας

Η κοινωνική ταυτότητα είναι μέρος του εαυτού, που καθορίζεται με βάση την υπαγωγή στην ομάδα. Το άτομο ως μέλος μιας ομάδας διαμορφώνει την κοινωνική του ταυτότητα και το άτομο φέρει τόσες κοινωνικές ταυτότητες όσες είναι και οι ομάδες υπαγωγής. Η θεωρία αυτή αναπτύχθηκε από τους κοινωνικούς ψυχολόγους Henri Tajfel και John Turner, τη δεκαετία του 1970. Οι θεωρητικοί αυτοί περιέγραψαν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η κοινωνική ταυτότητα, μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικής σύγκρισης και της κατηγοριοποίησης. Η θεωρία περιγράφει τους τρόπους με τους οποίους η κοινωνική ταυτότητα μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του ατόμου κατά την αλληλεπίδραση με τους άλλους. 

 


Ο Tajfel στις πρώιμες εργασίες του παρατήρησε και επισήμανε τον ρόλο που παίζουν οι αντιληπτικές διεργασίες, που καταλήγουν στα κοινωνικά στερεότυπα και στην προκατάληψη. Έκανε ένα σύνολο από έρευνες στις οποίες εξέτασε τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι άνθρωποι μέσα σε διαφορετικές ομάδες. Η βασική σύγκριση για να καθορίσει κάποιος την ταυτότητά του είναι με την ομάδα υπαγωγής (ενδοομάδα), ενώ ταυτόχρονα συγκρίνεται και με τα μέλη άλλων ομάδων (εξωομάδες). Γενικά, ο Tajfel παρατήρησε μια τάση να ευνοούμε την ομάδα στην οποία ανήκουμε (ευνοιοκρατία) και να διαφέρουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από τις άλλες ομάδες.

Ο όρος κοινωνική ταυτότητα χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε τον τρόπο που το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του με βάση τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκει. Η Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας τονίζει την ανάγκη των ανθρώπων να βρίσκονται μέσα σε ομάδες που θα τους εξασφαλίζουν θετική κοινωνική ταυτότητα. Προϋπόθεση για την απόκτηση και διατήρηση μιας θετικής κοινωνικής ταυτότητας είναι να νιώθει το άτομο ότι ανήκει σε μια ομάδα στην οποία δεν εμφανίζει μεγάλες διαφορές από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. 


 

Η Θεωρία αυτή αποτελεί τη βάση για τη μελέτη και ερμηνεία των διομαδικών σχέσεων. Πρόκειται για μια θεωρία που στηρίζεται σε τρεις γνωστικές διεργασίες, που είναι η κοινωνική κατηγοριοποίηση, η κοινωνική ταύτιση και η κοινωνική σύγκριση. Η κοινωνική κατηγοριοποίηση είναι η διαδικασία με την οποία οργανώνουμε τα άτομα σε κοινωνικές ομάδες ώστε να κατανοήσουμε τον κοινωνικό κόσμο γύρω μας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία έχουμε τη δυνατότητα να ορίσουμε που ανήκουμε εμείς και που ανήκουν οι άλλοι. Συνήθως, ορίζουμε τους ανθρώπους σύμφωνα με τις κοινωνικές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν παρά με βάση τα ατομικά τους χαρακτηριστικά. Η δεύτερη γνωστική διεργασία είναι η κοινωνική ταύτιση, που αφορά την ταυτοποίηση του ατόμου ως μέλους της ομάδας. Η κοινωνική ταύτιση οδηγεί το άτομο να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που πιστεύει ότι πρέπει να συμπεριφέρονται τα άτομα αυτής της ομάδας. Το άτομο επενδύει συναισθηματικά στη συμμετοχή του στην ομάδα. Η τρίτη γνωστική διεργασία είναι η κοινωνική σύγκριση, που αφορά τον τρόπο που το κάθε άτομο συγκρίνει την ομάδα του με άλλες ομάδες αναφορικά με το κύρος και την κοινωνική θέση. Στόχος της σύγκρισης είναι το κάθε μέλος της ομάδας να νιώσει θετικά με την ομάδα στην οποία ανήκει εξασφαλίζοντας υψηλά επίπεδα αυτοεκτίμησης.    


 

Σε περίπτωση που το άτομο δεν είναι ευχαριστημένο με την ομάδα στην οποία βρίσκεται υπάρχουν τρεις στρατηγικές που μπορεί να επιλέξει:

Ατομική κινητικότητα: όταν το άτομο δεν νιώθει καλά στην ομάδα του μπορεί να προσπαθήσει να φύγει από αυτή την ομάδα και να μπει σε μια ανώτερη ομάδα.

Κοινωνική δημιουργικότητα: το άτομο μπορεί να βελτιώσει την κοινωνική θέση της υπάρχουσας ομάδας προσαρμόζοντας κάποιο στοιχείο της σύγκρισης μεταξύ των ομάδων. Το άτομο μπορεί να επιλέξει μια άλλη ομάδα σύγκρισης, δηλαδή να εγκαταλείψει την ομάδα σύγκρισης και να βρει μια άλλη, μπορεί να βρει νέες διαστάσεις σύγκρισης ή να επαναπροσδιορίσει την αξία των διαστάσεων της σύγκρισης.

Κοινωνικός ανταγωνισμός: το άτομο προσπαθεί να βελτιώσει συλλογικά την κοινωνική θέση της ομάδας.

Η Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας προτείνει ένα σύνολο από στρατηγικές ώστε να μπορέσει το άτομο να βελτιώσει ή να διατηρήσει μια θετική κοινωνική ταυτότητα.

 

 


 

 

Πηγές:

Tajfel, Henri & John Turner. (1979). “An Integrative Theory of Intergroup Conflict.” The Social Psychology of Intergroup Relations, edited by William G. August and Stephen Worchel, Brooks/Cole, (pp. 33-47).

Χρυσοχόου, Ξ. & Παπαστάμου, Στ. (2008). Η θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης. Στο βιβλίο του Στ. Παπαστάμου (Επιμ.), Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία. Η παράδοση (Τόμ. Β’), (σελ. 281- 304). Αθήνα: Πεδίο.

 

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2022

Ο Εαυτός από την οπτική της Κοινωνικής Ψυχολογίας

Πώς θα καθόριζες τον εαυτό αν σκεφτόσουν όπως ένας κοινωνικός ψυχολόγος;

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα τους ανθρώπους, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές τους μέσα στην καθημερινότητα θα πρέπει να γνωρίζουμε περισσότερα για το πώς προσδιορίζεται ο εαυτός μέσα στην κοινωνική ομάδα, μέσα στην ευρύτερη κοινωνία. Επομένως, είναι σημαντικό να καθορίσουμε τον εαυτό μας με βάση την κοινωνική και την ανθρωπιστική/ ατομική ψυχολογία. 


 

Σύμφωνα με τον Lewis (1990) υπάρχει ο υπαρξιακός εαυτός, που είναι μέρος του σχήματος για τον εαυτό ή της έννοιας για τον εαυτό, και αναφέρεται στην αίσθηση του να είναι ξεχωριστό το άτομο και να διακρίνει τον εαυτό του από τους άλλους και να αποκτήσει επίγνωση της σταθερότητας του εαυτού. Η επίγνωση ότι ο εαυτός υπάρχει ως ξεχωριστή οντότητα από τους άλλους και μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει μέσα στον χώρο και στον χρόνο. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο κατηγοριοποιημένος εαυτός, που γίνεται αντιληπτός ως ένα αντικείμενο μέσα στον κόσμο. Ο εαυτός μπορεί να τοποθετηθεί σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, τις ικανότητες, την καταγωγή, κτλ. Το παιδί από μικρή ηλικία μαθαίνει να περιγράφει τον εαυτό του αναφέροντας εξωτερικά και εσωτερικά του χαρακτηριστικά, που το διαφοροποιούν από τους άλλους ανθρώπους και βοηθούν να έχουμε μια εικόνα για αυτό.

Ο Carl Rogers (1959) καθόρισε την έννοια του εαυτού μέσα από τρία διαφορετικά στοιχεία, που ήταν η άποψη του ίδιου του ατόμου για τον εαυτό του (αυτοεικόνα), η αξία που δίνει στον εαυτό του (αυτοαξία ή αυτοεκτίμηση) και η επιθυμία για το πώς θα ήθελε να είναι ο εαυτός (ιδανικός εαυτός).

Ένας τρόπος να περιγράψουμε τον εαυτό μας είναι μέσα από τη φυσική μας εμφάνιση, ένα σύνολο από χαρακτηριστικά που συνδέονται άμεσα και με τον τρόπο που μας βλέπουν οι άλλοι και μπορούν να μας γνωρίσουν. Επίσης, ως κοινωνικά όντα έχουμε κοινωνικούς ρόλους και με βάση αυτούς καθορίζουμε τις κοινωνικές μας συμπεριφορές, έτσι μπορούμε κι εμείς να γνωρίζουμε πώς θα συμπεριφερθούμε αλλά και οι άλλοι να γνωρίζουν τι συμπεριφορές αναμένουν από εμάς. Επιπλέον, φέρουμε τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, που στο σύνολό τους μας κάνουν ξεχωριστούς και διαφορετικούς από τους άλλους, αλλά και μοναδικούς καθώς και τις υπαρξιακές μας δηλώσεις (είμαστε ανθρώπινα όντα, είμαστε πνευματικές υπάρξεις). 


 

Η εικόνα του εαυτού διαμορφώνεται μέσα από τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουμε. Η ομάδα υπαγωγής συμβάλλει στη δόμηση της κοινωνικής ταυτότητας και τα μέλη της ομάδας προσαρμόζουν τα χαρακτηριστικά τους με βάση την ομάδα αυτή. Ο τρόπος που το άτομο διαχειρίζεται τον τρόπο που παρουσιάζει και εκφράζει τον εαυτό του στην καθημερινή ζωή εξαρτάται από τις ομάδες αναφοράς και τα πλαίσια μέσα στα οποία βρίσκεται. Το άτομο δεν επιλέγει πάντα τις ομάδες στις οποίες ανήκει και δε συμβάλλουν όλες οι ομάδες σε μια θετική κοινωνική ταυτότητα κι επομένως, σε μια θετική εικόνα για τον εαυτό. Σε ορισμένες περιπτώσεις ανήκουμε σε ομάδες που δεν επιλέγουμε και μπορεί να μην έχουμε καν την επιλογή να απαλλαγούμε από την αντίστοιχη κοινωνική ταυτότητα. Έτσι, φέρουμε μια κοινωνική ταυτότητα με βάση το φύλο που γεννιόμαστε, μια κοινωνική ταυτότητα με βάση την οικογένεια στην οποία μεγαλώνουμε, μια κοινωνική ταυτότητα με βάση τον τόπο στον οποίο ζούμε, κτλ. Όσο μεγαλώνουμε επιλέγουμε και νέες ομάδες να ενταχθούμε, επομένως, αποκτούμε και νέες κοινωνικές ταυτότητες…

Οι Morse και Gergen (1970) επισήμαναν ότι η εικόνα του εαυτού και η αυτοεκτίμηση αλλάζουν όταν βρισκόμαστε κάτω από αβέβαιες ή αγχογόνες καταστάσεις. Ωστόσο, οι Miller και Ross (1975) υποστήριξαν ότι παίζει καθοριστικό ρόλο κατά πόσο εμείς θεωρούμε ότι έχουμε κοινωνικά επιθυμητά χαρακτηριστικά. Επιπλέον, ο Argyle (2008) καθόρισε τέσσερις παράγοντες που επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση, που είναι οι αντιδράσεις των σημαντικών άλλων, η σύγκριση με τους άλλους, οι κοινωνικοί ρόλοι και η κατηγοριοποίηση (που βρισκόμαστε εμείς και που οι άλλοι).

Ο εαυτός αποτελεί μια έννοια που συνδέουμε περισσότερο με την ατομική ψυχολογία και το άτομο, παρά με την κοινωνική ψυχολογία. Ωστόσο, ο εαυτός προσεγγίζεται και από τους κοινωνικούς ψυχολόγους, λαμβάνοντας υπόψη τους κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες που τον προσδιορίζουν. Ψυχαναλυτικά, ο Erikson (1993) προσδιόρισε την ταυτότητα με βάση την ψυχική και την κοινωνική διάσταση, θεωρώντας ότι η ταυτότητα ταλαντεύεται ανάμεσα στο ιδεώδες του εγώ και το υπερεγώ, από τη μια μεριά και την ταυτότητα του εγώ από την άλλη (δηλαδή, από τον τρόπο που το άτομο αντιλαμβάνεται τη συμμετοχή του στην κοινωνική πραγματικότητα). Ξεφεύγοντας από την ατομική ψυχολογία και κατευθύνοντας την προσοχή μας στην κοινωνική ψυχολογία, ο Mead (1963) υποστήριξε ότι το εγώ δομείται σύμφωνα με το πλαίσιο των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, ενώ οι Gordon και Gergen (1968) υποστήριξαν ότι ο εαυτός είναι ένα πολυδιάστατο και οργανωμένο σύστημα αντιλήψεων και αναπαραστάσεων, που διαμορφώνονται μέσα από την κοινωνικοποίηση και τοποθετούν το υποκείμενο σε σχέση με τον άλλο (Χρηστάκης, 2008).

 


 

Βιβλιογραφία

Argyle, M. (2008). Social encounters: Contributions to social interaction. Aldine Transaction.

Erikson, E.H. (1993). Childhood and society. London: Norton.

Gordon, C. & Gergen, K.J. (1968). The self in social interaction. New York: Wiley.

Lewis, M. (1990). Self-knowledge and social development in early life. In L. A. Pervin (Ed.), Handbook of personality (pp. 277-300). New York: Guilford.

McLeod, S. A. (2008). Self concept. Simply Psychology. Retrieved by https://www.simplypsychology.org/self-concept.html.

Mead, G.H. (1963). Mind, self and society. Chicago: University of Chicago Press.

Miller, D. T., & Ross, M. (1975). Self-serving biases in the attribution of causality: Fact or fiction? Psychological Bulletin, 82, 213–225

Morse, S. J. & Gergen, K. J. (1970). Social comparison, self-consistency and the concept of self. Journal of Personality and Social Psychology, 16, 148-156.

Rogers, C. (1959). A theory of therapy, personality and interpersonal relationships as developed in the client-centered framework. In (ed.) S. Koch, Psychology: A study of a science. Vol. 3: Formulations of the person and the social context. New York: McGraw Hill.

Χρηστάκης, Ν. (2008). Κοινωνικές θέσεις και ρόλοι. Στον Σ. Παπαστάμου (Επιμ.), Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία: Η παράδοση, Β’ τόμ. (σσ. 197-221). Αθήνα: Πεδίο. 

 

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ, ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ- ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΟΣ, MSc.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

Έναρξη μαθημάτων

Πότε είναι η πιο κατάλληλη περίοδος για να ξεκινήσει κάποιος το διάβασμα για τις κατατακτήριες εξετάσεις και πότε είναι καλό να ξεκινήσουν τα μαθήματα; Αν κάποιος απέτυχε και διαβάζει για να ξαναδώσει χρειάζεται λιγότερο χρόνο προετοιμασίας; Μια θεωρητική σχολή είναι, γιατί πρέπει κάποιος να κάνει μαθήματα για να δώσει και να μην καθίσει να διαβάσει μόνος του;

 

Για να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα χρειάζεται μια οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια. Τα μαθήματα ή το διάβασμα καλό είναι να ξεκινήσουν κατά τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο, έτσι ώστε να μπορέσει το άτομο να κατανοήσει και να καλύψει την ύλη, αλλά και να την αφομοιώσει όσο αυτό είναι εφικτό. Όσο καλύτερα καλύψει κάποιος το εύρος της ύλης τόσο καλύτερα θα τα πάει στις εξετάσεις. Βέβαια, οι εξετάσεις από μόνες τους είναι μια περίπλοκη διαδικασία που εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. 

Εννοείται ότι μπορεί κάποιος να διαβάσει και μόνος του... αυτό που προσφέρουν τα μαθήματα είναι οργάνωση της ύλης και μια καθοδήγηση και επεξήγηση των όσων διαβάζει, καθώς και συνδέσεις ανάμεσα σε όσα διαβάζει. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε θέματα επικαιρότητας και πώς χρειάζεται να παρουσιαστεί το γραπτό σε κάθε μάθημα. Οι σημειώσεις και τα σχεδιαγράμματα που θα φτιάξει κάποιος μόνος του είναι μια αρκετά χρονοβόρα διαδικασία που τα μαθήματα τα δίνουν έτοιμα. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, οι συμμετέχοντες στις εξετάσεις καλούνται να εξοικειωθούν με ένα νέο αντικείμενο και με τρεις διαφορετικούς τομείς. Επομένως, είναι σημαντικό ο χρόνος να διατεθεί στην κατανόηση και στην κωδικοποίηση των βασικών λέξεων- κλειδιά με τα οποία θα φτάσουν τα άτομα στις εξετάσεις. 

Όταν κάποιος αποτύχει από τη μία κουβαλάει το αίσθημα της απογοήτευσης και της ματαίωσης και από την άλλη τη σιγουριά ότι ένα μεγάλο μέρος της ύλης το έχει ήδη βγάλει και σε μεγάλο βαθμό το ξέρει. Για αυτούς τους λόγους την επόμενη χρονιά το διάβασμα ξεκινάει συνήθως μέσα στο καλοκαίρι ή κατά τους τελευταίους 2-3 μήνες πριν τις εξετάσεις. Αρκεί αυτό; Λαμβάνοντας υπόψη την ύλη που θα πρέπει να καλύψει κάποιος και στα τρία μαθήματα δεν επαρκεί ο χρόνος έναρξης αυτός, ακόμη και αν κάποιος τα έχει ξαναδιαβάσει, γιατί στις εξετάσεις θα πρέπει να έχει καλυφθεί πρόσφατα το μεγάλο εύρος της ύλης, να έχουν γίνει επαναλήψεις και να κρατήσει το άτομο λέξεις- κλειδιά μέσα από μια καλή κωδικοποίηση. Με αυτές τις κωδικοποιημένες γνώσεις φτάνει κάποιος στις εξετάσεις, όπου με ψυχραιμία και καθαρό μυαλό θα πρέπει να τις συνθέσει και να δομήσει τις κατάλληλες και επιθυμητές απαντήσεις.

Η συμμετοχή στις εξετάσεις για δεύτερη ή τρίτη φορά θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τα συναισθήματα της αποτυχίας που καλείται να διαχειριστεί το άτομο. Επίσης, η σκέψη ότι τη δεύτερη φορά δεν χρειάζεται τόσος χρόνος δεν ισχύει, καθώς μειώνοντας τον χρόνο μειώνει κάποιος το εύρος της ύλης που θα καλύψει, έτσι ώστε να εξασφαλίσει ότι θα μπορέσει να απαντήσει σε κάθε θέμα που θα τεθεί στις εξετάσεις. 

Πρόκειται για μια απαιτητική διαδικασία, που χρειάζεται πειθαρχία και αφοσίωση, επένδυση και κόπο... όπου στην πορεία της δεν θα πρέπει ο καθένας να ξεχνά τον αρχικό του στόχο: την αγάπη του για την ψυχολογία και πόσα πράγματα μπορεί να μάθει μέσα από αυτή τη διαδικασία. Παίρνοντας κάποιος την απόφαση να συμμετέχει σε αυτές τις εξετάσεις και σε αυτά τα μαθήματα αυξάνει το πόσο επενδύει, αλλά και τις πιθανότητες για επιτυχία... Καλή επιτυχία σε όσους έχουν πάρει αυτή την απόφαση και σε όσους βρίσκονται ή θέλουν να βρεθούν σε αυτή την πορεία...


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

 


Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Επιτυχόντες 2021-2022


Συγχαρητήρια σε όλους τους επιτυχόντες και τις επιτυχούσες! Συγχαρητήρια και σε όσους συμμετείχαν στις εξετάσεις! 

Κάποιοι εκπλήρωσαν το όνειρό τους και κάποιοι πλησίασαν αρκετά χωρίς να επιτευχθεί ο τελικός στόχος. Σημασία έχει το αποτέλεσμα ή η διαδικασία; Ζούμε σε μια εποχή που αυτό που μετράει είναι το αποτέλεσμα. Πέρασες ή όχι; Τα κατάφερες ή όχι; Γιατί δεν πέρασες; Τόσο δύσκολες είναι πια οι εξετάσεις; Μήπως δεν είναι και τόσο αξιοκρατικές;

Πρόκειται για μια δύσκολη και απαιτητική πορεία, που εμπλέκει προσπάθεια, κόπο, όνειρα, πολύ διάβασμα, άγχος, αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα, αγωνία... μια πορεία που την ξαναζώ κάθε φορά που συμμετέχω σε αυτή τη διαδικασία, έχοντας όμως έναν διαφορετικό ρόλο. Σίγουρα είναι μια πορεία που απαιτεί αφοσίωση, πίστη και πολύ κόπο, αγάπη για την ψυχολογία και το διάβασμα και επιμονή. Όταν αγαπάς κάτι, προσπαθείς να το φτάσεις... Είναι σημαντικό ο καθένας να μην ξεχνάει γιατί το ξεκίνησε... γιατί αποφάσισε να μπει σ' αυτή τη διαδικασία... Εκτός από τις δυσκολίες, το διάβασμα αυτό συμβάλλει και στις μετέπειτα σπουδές πάνω στο αντικείμενο. 

Καλή επιτυχία σε όσους έχουν αποφασίσει ή φλερτάρουν με την ιδέα αυτών των εξετάσεων. 

Καλή αρχή στον Χάρη, τη Βενετία, τη Θάλεια, την Ασημίνα, τη Βίκυ και τη Μαρία. Καλή συνέχεια σε όσους πάλεψαν αλλά δεν κατάφεραν να βρεθούν σε αυτή τη λίστα... 


                                                                         Παπαδοπούλου Ελένη





Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΤΕΙΟΥ 2021-2022

ΚΟΙΝΩΝΙΚH ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Τι στρατηγικές πρέπει να αναπτύξει η ΛΟΑΤΚΙ + κοινότητα για να επηρεάσει;

 

Η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα αποτελεί μια μειονότητα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό που τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο γνωστή, ευαισθητοποιώντας το ευρύ κοινό στη διαφορετικότητα και στα δικαιώματα του καθενός σχετικά με το φύλο και τα ζητήματα σεξουαλικότητας. Δίνει έμφαση στην επιρροή που θα ασκήσει μέσα από τις στρατηγικές που θα χρησιμοποιήσει.

Σύμφωνα με το γενετικό μοντέλο του Moscovici, το μήνυμα που θα μεταφέρει η μειονότητα θα πρέπει να διαθέτει ισχυρά επιχειρήματα, τα οποία θα προκαλέσουν κοινωνιογνωστική σύγκρουση, η οποία θα οδηγήσει σε γνωστική επικύρωση του μηνύματος και σε μετέπειτα αλλαγή της στάσης του ατόμου. Η συμπεριφορά της μειονότητας, δηλαδή της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας θα πρέπει να είναι όλο και πιο σταθερή, με συγχρονική και διαχρονική σταθερότητα. Η μειοψηφική επιρροή συνήθως είναι έμμεση και δε συμβαίνει άμεσα.

Επίσης, με βάση το τριαδικό μοντέλο των Παπαστάμου και Μιούνι, η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα είναι μια μειονότητα που έρχεται σε σύγκρουση με την κυρίαρχη ιδεολογία, που έχει μια αρνητική εικόνα και στερεότυπα για αυτή την ομάδα, ενώ επιθυμεί να αποσπάσει τμήματα του πληθυσμού, με τον οποίο η μειονότητα βρίσκεται σε μια αμφίδρομη σχέση επιρροής, με κύριο ερώτημα ποιος θα υπερισχύσει. Δύο βασικές στρατηγικές για τη μειονοτική επιρροή είναι η σταθερότητα  συμπεριφοράς και το είδος διαπραγμάτευσης της σύγκρουσης. Η σταθερότητα συμπεριφοράς αφορά τη σχέση ανάμεσα στη μειονότητα και την εξουσία, καθώς η μειονότητα θα πρέπει να είναι σταθερή στη συμπεριφορά της απέναντι στην εξουσία, δηλαδή οφείλει να μπλοκάρει τη διαπραγμάτευση της σύγκρουσης που δημιουργεί με τον καινοτόμο λόγο της, γιατί μόνο έτσι θα καταφέρει να καταστήσει κοινωνικά ορατή την εναλλακτική της πρόταση. Όσον αφορά στο είδος διαπραγμάτευσης της σύγκρουσης, αυτό αναφέρεται στη σχέση της μειονότητας με τον πληθυσμό. Από τη στιγμή που η μειονότητα μπλοκάρει τη διαπραγμάτευση της σύγκρουσης με την εξουσία οφείλει να διαπραγματευτεί με τον ένα ή άλλο τρόπο τη σύγκρουση αυτή με τον πληθυσμό.

Με βάση τη Θεωρία κοινωνικής ταυτότητας, η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα ως μειονότητα κοινωνικά αποκλεισμένη και με χαμηλή εικόνα για τον εαυτό και την ομάδα έχει ανάγκη να βρει τρόπους να κατακτήσει μια θετική εικόνα. Προσπαθούν με διάφορους τρόπους να αποκτήσουν περισσότερα δικαιώματα, καλύτερη αντιμετώπιση και να αποτελέσουν σημείο σύγκρισης για τους άλλους. Επίσης, σύμφωνα με τη Θεωρία σχετικής αποστέρησης, λόγω της αδικίας και ματαίωσης που βιώνουν οδηγούνται σε συλλογικές δράσεις, όπως το Gay Pride και προσπαθούν να αποκτήσουν όλο και μεγαλύτερη αναγνώριση και φήμη. Συχνά, παρουσιάζονται ως μια ελκυστική πηγή, με στόχο την ταύτιση. Ακόμη, η υπόθεση επαφής για μείωση της προκατάληψης και αύξηση της γνώσης για τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα υποστηρίζει ότι η αύξηση της αλληλεπίδρασης με τη μειονότητα και η μείωση της προκατάληψης μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση της επιρροής των μελών της κοινότητας.

Η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα μέσα από μηνύματα με σταθερότητα συμπεριφοράς  και κυρίως με διαχρονική συνεκτικότητα μπορεί να ασκήσει επιρροή στον πληθυσμό. Η διαχρονική συνεκτικότητα συμπεριφοράς μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και την πιθανότητα ψυχολογιοποίησης από την πλευρά του πληθυσμού και εν τέλει να καταφέρει η μειονότητα να ξεπεράσει τους χαρακτηρισμούς που τις έχουν αποδώσει.  

 

 

(Βιβλία: Α’ τόμος- Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία, 4ο κεφάλαιο, Β’ τόμος- Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία, 17ο και 15ο κεφάλαιο, Κοινωνική σκέψη, νόηση και συμπεριφορά)

 

 

 

ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Α. Να περιγράψετε τις αλλαγές/ αναθεωρήσεις που υπέστη διαχρονικά η θεωρία της μαθημένης αβοηθητότητας και πώς αυτές συνδέονται με την κατανόηση της κατάθλιψης.

 

Η θεωρία αβοηθητότητας του Seligman ξεκίνησε από τον συμπεριφορισμό από πειράματα που έγιναν σε ζώα. Τα ζώα που είχαν μάθει να παραμένουν σε ένα χώρο και να μην μπορούν να δραπετεύσουν από μικρή ηλικία, πολύ γρήγορα μάθαιναν να παραμένουν σε αυτό τον χώρο και να μην μπορούν να δραπετεύσουν.

Έπειτα, ο Abramson αναθεώρησε τη θεωρία αυτά στο πλαίσιο της γνωσιακής προσέγγισης και τη χρησιμοποίησε για τη μελέτη της κατάθλιψης. Για την αναθεωρημένη θεωρία της μαθημένης αβοηθητότητας, η κατάθλιψη είναι αποτέλεσμα τριών διεργασιών απόδοσης των αιτίων, που αφορούν τόσο θετικά όσο και αρνητικά γεγονότα. Πρόκειται για  την εσωτερική ή εξωτερική απόδοση, την σταθερή ή ασταθή απόδοση και την γενική ή ειδική απόδοση. Κάθε γεγονός μπορεί να αποδοθεί σε εσωτερικά ή εξωτερικά αίτια, σε σταθερά ή ασταθή και σε γενικά ή ειδικά αίτια. Τα άτομα που είναι πιο επιρρεπή στην κατάθλιψη έχουν την τάση να αντιλαμβάνονται τα αρνητικά γεγονότα ή αποτελέσματα ως εσωτερικά, σταθερά και προκαλούμενα από γενικά αίτια (Εγώ φταίω, πάντα τα κάνω όλα λάθος, όλα μου πάνε στραβά). Αντίθετα, τα θετικά αποτελέσματα αποδίδονται σε εξωτερικά, ευμετάβλητα και ειδικά αίτια (τα πράγματα πήγαν καλά, όχι χάρη σε μένα, ήταν θέμα τύχης και δεν θα μου ξανασυμβεί). Πρόκειται για ένα αρνητικό στυλ απόδοσης αιτίων. Οι αποδόσεις αυτές φτάνουν στην κατάθλιψη όταν το άτομο νιώθει ένα αίσθημα απελπισίας, καθώς τα αίτια δημιουργούν στο άτομο την αίσθηση ότι δεν έχει τη δυνατότητα να αλλάξει την κατάσταση ούτε να μπορέσει να προχωρήσει στη ζωή του.

Η θεωρία αυτή οδήγησε σε μια τάση για ανάπτυξη των γνωσιακών θεωριών. Έτσι επικράτησαν στη μελέτη και αντιμετώπιση της κατάθλιψης γνωσιακά μοντέλα, όπως η γνωσιακή- συμπεριφοριστική προσέγγιση του Beck, ο οποίος αναφέρθηκε στην τριάδα της κατάθλιψης (αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό, τον κόσμο και το μέλλον), στις αρνητικές αυτόματες σκέψεις και στα γνωσιακά λάθη. Άτομα με κακή διάθεση φαίνεται πως χρησιμοποιούν περισσότερο αρνητικά σχήματα που ενεργοποιούν την κακή διάθεση. Οι αρνητικές γνωσίες οδηγούν σε αρνητική διάθεση και η χαμηλή διάθεση αυξάνει την ενεργοποίηση των αρνητικών γνωσιών.

Ένα ακόμη γνωσιακό μοντέλο απόρροια των παραπάνω είναι ο καταθλιπτικός ρεαλισμός, που υποστηρίζει ότι τα καταθλιπτικά άτομα μπορεί στην πραγματικότητα να έχουν δίκιο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι κάνουν λάθος. Οι άνθρωποι με κατάθλιψη ίσως είναι πιο ακριβείς στις εκτιμήσεις τους για τον κόσμο από ότι αυτοί που δεν έχουν κατάθλιψη. Για παράδειγμα, τα καταθλιπτικά άτομα είναι πιο ακριβή από τα μη καταθλιπτικά στις εκτιμήσεις τους για το πόσο ευνοϊκά τα βλέπουν οι άλλοι, καθώς και στις κρίσεις τους για τον βαθμό του ελέγχου που ασκούν σε μια πειραματική συνθήκη.

 

(Bennett, Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία, σελ. 383)

 

 

Β. Να περιγράψετε, δίνοντας σχετικά παραδείγματα, τέσσερα γνωσιακά/ διεργασιακά λάθη.

 

Διπολική σκέψη: άσπρο- μαύρο, «Όποιος δεν είναι καλός είναι κακός».

Υπεργενίκευση: ένα μόνο αρνητικό γεγονός θεωρείται ως τμήμα μιας ατέλειωτης καταστροφικής αλυσίδας, «Δεν πήγε καλά η συνέντευξη για δουλειά, πάντα θα αποτυγχάνω».

Νοητικό φίλτρο: ένα αρνητικό στοιχείο χαρακτηρίζει όλη την κατάσταση, «Ένας μαθητής πήρε έναν χάλια βαθμό, και αισθάνεται ότι χάθηκε ο κόσμος όλος».

Αυθαίρετο συμπέρασμα: χωρίς ενδείξεις το άτομο βγάζει συμπεράσματα που απέχουν από την πραγματικότητα.

Ελαχιστοποίηση θετικών- μεγιστοποίηση αρνητικών, συναισθηματική λογική, μεγιστοποίηση- ελαχιστοποίηση, συναισθηματική λογική, μεγιστοποίηση- ελαχιστοποίηση, πρέπει- δεν πρέπει, εσφαλμένη τιτλοφόρηση, προσωποποίηση

 

(Βιβλίο Προσωπικότητα, 4ο κεφάλαιο, σελ. 200 ή Bennett, Κλινική Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία, σελ. 386).

 

 

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ

Ποια είναι τα ισχυρά και ποια τα αδύναμα σημεία της δειγματοληπτικής ερευνητικής μεθόδου;

 

Η δειγματοληπτική μέθοδος έρευνας ή δημοσκόπηση είναι μια μη πειραματική (περιγραφική) ποσοτική μέθοδος έρευνας, που αποτελεί την πιο διαδεδομένη μέθοδο συλλογής πληροφοριών για έναν πληθυσμό από ένα μεγάλο δείγμα. Στόχος είναι η καταγραφή τάσεων, στάσεων, απόψεων ή συμπεριφορών του δείγματος σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Εστιάζουν σε διαφορές που υπάρχουν ήδη στο δείγμα και όχι σε αυτές που προκύπτουν από τον πειραματικό χειρισμό. Δεν βρίσκουν αιτιακές σχέσεις, παρά μόνο περιγραφή ανάμεσα σε μεταβλητές και περιγραφή φαινομένων.

Τα πιο σημαντικά ισχυρά στοιχεία είναι η οικονομία και η  μαζικότητα, καθώς και η ευκολία επεξεργασίας των δεδομένων. Η χρήση αυτής της έρευνας βοηθάει στην εξοικονόμηση πόρων, ενώ μπορεί να καλυφθεί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Τα ευρήματα που συλλέγονται είναι εύκολο να επεξεργαστούν με ποσοτικό τρόπο, με τη χρήση στατιστικών αναλύσεων.

Στις πιο σημαντικές αδυναμίες της δειγματοληπτικής ερευνητικής μεθόδου είναι οι εξής: η ανάλυση των δεδομένων με περιορισμούς η χρονική απόσταση και η μεροληψία. Είναι πιθανό να γίνει η επιλογή των δεδομένων με βάση αυτά που είναι εύκολο να αναλυθούν, δηλαδή για το αντικείμενο της έρευνας υπάρχει ο κίνδυνος οι αποφάσεις να καθοριστούν με βάση την ευκολία της ανάλυσης και όχι το τι είναι σημαντικό.

Η επιλογή των ερωτημάτων γίνεται μέσα από ένα σύνολο ερωτήσεων, που κατασκευάζει ο ερευνητής. Ο ίδιος επιλέγει και τον τρόπο βαθμολόγησης, που συνήθως είναι κωδικοποιημένος, με κλίμακα τύπου Likert, που είναι εύκολη στη βαθμολόγηση. Ωστόσο, θα πρέπει να προσέξει ο ερευνητής τη διατύπωση των ερωτήσεων, έτσι ώστε να μη θέτουν ταυτόχρονα δύο όμοια ζητήματα, να μην καθοδηγούν για την απάντηση, να μην περιλαμβάνουν διπλή άρνηση, ούτε να πλατειάζουν. Μεταξύ των μειονεκτημάτων είναι ο τρόπος επιλογής των ερωτήσεων. Τα ερωτήματα θα πρέπει να περιλαμβάνουν ολοκληρωμένο νόημα, συντομία, απλότητα, αμεσότητα και λιτό λόγο, σαφήνεια, αμεροληψία, κοινωνικά αποδεκτή γλώσσα, διαφοροποιητική ικανότητα και διαπολιτισμικότητα.

Στη δειγματοληπτική έρευνα μπορεί να εμφανιστούν ορισμένες μεροληψίες, όπως η μεροληψία του δείγματος (υπερ-εκπροσώπηση μιας ομάδας σε ένα δείγμα), η μεροληψία του ερωτώμενου (επιλογή της ίδιας βαθμίδας απάντησης σε όλες τις ερωτήσεις), η μεροληψία του ερευνητή (επηρεασμός των απαντήσεων του δείγματος), οι στρεβλώσεις της μνήμης (ανακρίβειες λόγω αδυναμίας περιγραφής ψυχολογικών φαινομένων) και οι στρεβλώσεις περικειμένου (ανακρίβεια από στρεβλώσεις μνήμης λόγω της σειράς των ερωτήσεων).

 

(Μεθοδολογία έρευνας και στατιστική, Σταλίκας, 2019, σελ. 196, 203)

 

Εναλλακτική απάντηση

Οι δειγματοληπτικές μέθοδοι έρευνας είναι οι δημοσκοπήσεις που αποτελούν μέρος των ποσοτικών περιγραφικών σχεδιασμών. Πρόκειται για μεθόδους που περιλαμβάνουν μεθοδική παρατήρηση, που μειώνει το σφάλμα μέτρησης καθώς και τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων μέσα από τη συγκρότηση αντιπροσωπευτικών δειγμάτων. Ωστόσο, δεν μπορούν να εντοπίσουν αιτιακές σχέσεις και μπορεί να υπάρχουν παρεμβαίνουσες μεταβλητές που επηρεάζουν την περιγραφή του φαινομένου.

Η δημοσκόπηση συμβάλλει στην περιγραφή και την εξερεύνηση ποικίλων φαινομένων, κυρίως φαινομένων για τα οποία δεν υπάρχουν πολλές γνώσεις. Μέσα από αυτές τις έρευνες μπορεί να γίνει σύγκριση ανάμεσα σε δεδομένα ή φαινόμενα δύο ή περισσότερων ομάδων για ένα συγκεκριμένο θέμα ή κατάσταση.

Όσον αφορά τις αδυναμίες των δημοσκοπήσεων αυτές είναι οι εξής: διερεύνηση ασαφών ή ανύπαρκτων ερευνητικών ερωτημάτων που δεν στηρίζονται σε ένα σαφές θεωρητικό πλαίσιο και απουσία σημαντικότητας στα αποτελέσματα. Επίσης, υπάρχει περιορισμός της δυνατότητας γενίκευσης των αποτελεσμάτων στην περίπτωση που το ερευνητικό δείγμα δεν είναι αντιπροσωπευτικό αλλά συμπτωματικό. Η χρήση μη σταθμισμένων ή αναξιόπιστων εργαλείων που δημιουργεί προβλήματα στην αξιοπιστία και στην εσωτερική και εξωτερική εγκυρότητα των αποτελεσμάτων αποτελεί ένα ακόμη μειονέκτημα των δημοσκοπήσεων. Επίσης, η λανθασμένη επιλογή μεθόδων ανάλυσης των δεδομένων, η οποία πλήττει κυρίως τη στατιστική εγκυρότητα των αποτελεσμάτων, με κυριότερα σφάλματα στατιστικής εγκυρότητας στις δημοσκοπικές μελέτες τη χρήση ακατάλληλων στατιστικών μεθόδων και την αποσπασματική ανάλυση και περιγραφή μέρους των συλλεχθέντων στοιχείων αντί του φαινομένου στο σύνολό του.

 

Απάντηση από βιβλίο «Μέθοδοι έρευνας στην κλινική ψυχολογία» (σελ. 148, δημοσκοπήσεις)

 

 

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ, ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ- ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΟΣ, MSc.