Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

Θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης (ACT)

Σύμφωνα με τον Hayes και συν. αυτό που γίνεται αποδεκτό στην ACT είναι η εσωτερική ψυχολογική εμπειρία, που περιλαμβάνει τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αισθήσεις. Άτομα που αντιμετωπίζουν ψυχολογικές δυσκολίες δεν έχουν αποδεχτεί αυτές τις προσωπικές εμπειρίες, αλλά τις αποφεύγουν και κρύβονται από αυτές καταφεύγοντας σε διάφορες μορφές αντισταθμιστικών συμπεριφορών και περισπασμών από την εμπειρία. Αποδοχή σημαίνει να αντιμετωπίζει κανείς τους εσωτερικούς του φόβους. 

 

Ο Hayes παρουσιάζει μερικές μεταφορές που κάνουν ξεκάθαρες τις βασικές αρχές της αποδοχής στην ACT.

«Μας ζητά να φανταστούμε τις σκέψεις μας ως μια παρέλαση. Στην παρέλαση αυτή, είμαστε θεατές και όχι συμμετέχοντες. Καθώς οι σκέψεις μας περνούν από μπροστά μας, τις παρατηρούμε, βεβαίως, αλλά πόση ώρα μπορούμε να αφήσουμε την παρέλαση των σκέψεων να προχωρά χωρίς να αντιδράσουμε σε αυτές, χωρίς να μπούμε κι εμείς στην παρέλαση, ή να προσπαθήσουμε να τη σταματήσουμε, ή να παρασυρθούμε με κάποιον τρόπο από αυτήν;» (σελ. 500).

Σύμφωνα με τον Hayes, όσο περισσότερο μπορούμε να αναγνωρίζουμε τις σκέψεις μας χωρίς να αντιδρούμε ψυχαναγκαστικά σε αυτές, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να επιτύχουμε ψυχολογική ευεξία.

Σε μια δεύτερη μεταφορά, ο Hayes:

«παρομοιάζει τη διαδικασία της αποδοχής των εσωτερικών μας εμπειριών σαν άλμα από ένα σκαλοπάτι αντί για απλό κατέβασμα από αυτό. Το να κατέβουμε το σκαλοπάτι προσφέρει μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας, όπως αναφέρει, επειδή όλη την ώρα διατηρούμε τον έλεγχο. Το άλμα δίνει όλο τον έλεγχο στη βαρύτητα. Οι θεραπευόμενοι χρειάζεται να ‘εξασκηθούν στο άλμα’ όσον αφορά στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις αισθήσεις τους. με άλλα λόγια, σιγά σιγά, πρέπει να σταματήσουν να μάχονται με αυτές τις εμπειρίες για απόκτηση ελέγχου και απλά να έχουν πίστη πως ότι κι αν τους  φέρουν οι εμπειρίες, θα μπορέσουν να προσγειωθούν με ασφάλεια και να συνεχίσουν τον δρόμο τους» (σελ. 500).

Το C αναφέρεται στη δέσμευση στις προσωπικές μας αξίες. Η θεραπεία έχει ως στόχο αρχικά να βοηθήσει τους θεραπευόμενους να ανακαλύψουν ποιες ακριβώς είναι οι προσωπικές τους αξίες. Μόλις συμβεί αυτό, οι θεραπευόμενοι μπορούν να δεσμευτούν ότι θα παραμείνουν πιστοί στις αξίες αυτές όσον αφορά στις καθημερινές αποφάσεις και τις συμπεριφορές τους. Τέλος, το Τ αφορά στην ανάληψη δράσης, που θα βρίσκεται σε αρμονία με τις προσωπικές αξίες του ατόμου. Παρατηρείται η συμπεριφορική έμφαση που ενυπάρχει στην ACT και η οποία συνδέει τον νέο τρόπο σκέψης του θεραπευόμενου με νέους τρόπους ζωής.

Το ακρωνύμιο ACT σημαίνει:

Accepting- Αποδοχή- των εσωτερικών εμπειριών του ατόμου για αυτό που είναι.

Choosing- Επιλογή- κατευθύνσεων στη ζωή με βάση τις θεμελιώδεις αξίες του ατόμου, που θα εμπλουτίσουν το νόημα και τον σκοπό της ζωής.

Taking action- Ανάληψη δράση- τόσο για μεγάλα όσο και για μικρά ζητήματα που συνάδουν με τις αξίες του ατόμου.

Επίσης, το ακρωνύμιο FEAR σημαίνει

Fusion- συγχώνευση με εσωτερικές εμπειρίες, όπως σκέψεις, συναισθήματα και αισθήσεις, που περιορίζουν την ευελιξία στην αντίδραση.

Evaluation- αξιολόγηση του εαυτού, ιδιαίτερα των εσωτερικών εμπειριών του ατόμου.

Avoidance- αποφυγή δυσάρεστων εσωτερικών εμπειριών με διάφορα μέσα, όπως είναι οι περισπασμοί ή η νάρκωση του εαυτού.

Reason- giving- Αιτιολόγηση ή υπερβολική βαρύτητα σε εκλογικεύσεις που ακούγονται μεν θεμιτές, αλλά στην πραγματικότητα διαιωνίζουν μη υγιείς προσεγγίσεις στη ζωή.

 

Πηγή:

Pomerantz, A.M. (2022). Κλινική ψυχολογία. Επιστήμη και πρακτική, θέματα διαφορετικότητας. Εκδόσεις Τζιόλας.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Αυτοεκτίμηση και συγκυρίες της αυταξίας

Ο Rogers ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της έννοιας του εαυτού και κυρίως στον βαθμό που οι άνθρωποι έχουν μια σχετικά σταθερή αίσθηση αυταξίας ή αυτοεκτίμησης. Για να πραγματοποιηθούν αλλαγές στην αίσθηση που έχουν για τον εαυτό τους οι άνθρωποι, φαίνεται πως χρειάστηκαν συστηματικές προσπάθειες, όπως αυτές που έγιναν από την προσωποκεντρική θεραπεία. Ο Rogers θεωρούσε ότι μεγαλώνοντας μέσα από την πραγμάτωση μπορούμε να αναπτύξουμε και να εδραιώσουμε μια σταθερή εικόνα του εαυτού. 

Νεότεροι θεωρητικοί όπως οι Crocker και Wolfe, υποστήριξαν ότι η αυτοεκτίμηση μπορεί να έχει αρκετές διακυμάνσεις σε όλη τη ζωή του ατόμου. Η αυτοεκτίμηση ενός ατόμου εξαρτάται συγκυριακά από τα θετικά και τα αρνητικά γεγονότα που έχει βιώσει. Συγκεκριμένα, η αυτοεκτίμηση μπορεί να αυξηθεί αν πάρουμε άριστα σε ένα μάθημα ή αν πετύχουμε κάτι στη δουλειά μας, ενώ μπορεί να πέσει τελείως αν πάρουμε κάτω από τη βάση ή αν αποτύχουμε σε κάποιο επαγγελματικό μας εγχείρημα. Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες μας αποτελούν τις συγκυρίες της αυταξίας, μέσα από τις οποίες εξαρτάται η αυτοεκτίμηση.

Οι άνθρωποι μπορεί να διαφέρουν στον βαθμό που ένα οποιοδήποτε γεγονός αποτελεί για αυτούς συγκυρία αυταξίας. Ένα άτομο μπορεί να μην δίνει μεγάλη σημασία στους βαθμούς στα μαθήματα, γιατί το βασικό του ενδιαφέρον είναι να βγαίνει ραντεβού, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να λαμβάνει υπόψη τους βαθμούς στο πανεπιστήμιο και να μη θεωρεί ως επιτυχία ή αποτυχία την έκβαση των ερωτικών του σχέσεων. Ο αντίκτυπος που έχουν τα γεγονότα στην αυτοεκτίμησή μας εξαρτάται από τη συνάφεια που αντιλαμβανόμαστε να έχουν τα περισσότερα γεγονότα με τις συγκυρίες της αυταξίας μας.

Η αυτοεκτίμηση και ο τρόπος που διαμορφώνεται εξαρτάται τόσο από τα γεγονότα που εμείς θεωρούμε σημαντικά όσο και από τα κοινωνικά περιβάλλοντα. Τα τελευταία συμβάλλουν όχι μόνο στα μέσα τυπικά επίπεδα αυτοεκτίμησης, αλλά και σε εκείνες τις καθημερινές διακυμάνσεις στην αίσθηση που έχουν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας.  

 

Πηγή:

 

Cervone & Pervin. Θεωρίες προσωπικότητας. Έρευνα και εφαρμογές. Gutenberg, 2013.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

 

Ασυμφωνία ανάμεσα στα μέρη του εαυτού

Ο εαυτός αποτελεί μια έννοια που αναπτύχθηκε και μελετήθηκε εκτενώς από τον Rogers αλλά και τον Bandura. Ο Rogers καθόρισε την ψυχοπαθολογία ως μια ασυμφωνία ανάμεσα στην αντίληψη του εαυτού και την πραγματική εμπειρία. Η κατάσταση αυτή μπορεί να προκαλέσει ψυχολογική δυσφορία. Η σύγκρουση ανάμεσα στον πραγματικό και τον ιδανικό εαυτό έχει μελετηθεί με ποικίλους τρόπους από πολλούς θεωρητικούς. Ένας από αυτούς είναι ο Higgins, ο οποίος ασχολήθηκε με τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε πτυχές της αυτοαντίληψης και στα συναισθηματικά βιώματα. Ο Higgins εκτός από τον ιδανικό εαυτό προτείνει και τον εαυτό του «πρέπει», ή αλλιώς του καθήκοντος, που αναφέρεται σε μια πτυχή της αυτοαντίληψης που περιλαμβάνει τα καθήκοντα, τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις. Ο ιδανικός εαυτός συνδέεται με τις προσωπικές ελπίδες, τις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες του ατόμου. 

Οι ασυμφωνίες ανάμεσα στον πραγματικό και τον ιδανικό εαυτό οδηγούν σε συναισθήματα που σχετίζονται με την κατήφεια. Αν υπάρχει μεγάλη απόκλιση ανάμεσα σε αυτό που το άτομο θεωρεί ιδανικό για τον εαυτό του και σε αυτό που βιώνει τότε μπορεί να νιώσει απογοήτευση, θλίψη, ακόμη και κατάθλιψη. Οι ασυμφωνίες ανάμεσα στον πραγματικό εαυτό και τον εαυτό του πρέπει οδηγούν σε συναισθήματα με την αναστάτωση. Αν υπάρχει μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στον εαυτό του πρέπει και σε αυτό που βιώνει το άτομο τότε νιώθει φόβο, απειλή ή άγχος.

Για να μπορέσουμε να διερευνήσουμε τον εαυτό και τα συναισθήματα του ατόμου σχετικά με τον εαυτό είναι σημαντικό το άτομο να περιγράψει πως είναι στην πραγματικότητα (πραγματικός εαυτός ) και πως θα ήθελαν να είναι σε ιδανικό επίπεδο (ιδανικός εαυτός). Όσο μεγαλύτερες είναι οι ασυμφωνίες τόσο πιο ευάλωτα είναι τα άτομα σε αρνητικές συναισθηματικές εμπειρίες.

Σε μια έρευνα ο Higgins με τους συνεργάτες του διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι με μεγάλες ασυμφωνίες ανάμεσα στον πραγματικό και τον ιδανικό τους εαυτό ήταν πιο πιθανό να νιώσουν κατάθλιψη, ενώ οι άνθρωποι με ασυμφωνία ανάμεσα στον πραγματικό εαυτό και τον εαυτό του πρέπει είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να νιώθουν άγχος.

Η θεωρία του Higgins συνδέεται όχι μόνο με τον Rogers, αλλά και με τον Bandura. Ο Higgins ανέλυσε τις προδιαγραφές και ασυμφωνίες του εαυτού, τα συναισθήματα και τα κίνητρα των ατόμων. Ο ίδιος υποστήριξε ότι ο καθένας αξιολογεί το γεγονός με διαφορετικούς τύπους προδιαγραφών. Μια βασική διάκριση είναι ανάμεσα σε προδιαγραφές που αναπαριστούν ιδανικά και σε προδιαγραφές του πρέπει, καθώς ορισμένες προδιαγραφές αξιολόγησης αναπαριστούν επιτεύγματα που οι άνθρωποι θα ήθελαν ιδανικά να πετύχουν. Πρόκειται για τύπους συμπεριφοράς που συγκεντρώνουν μια θετική αξιολόγηση από το άτομο. Ο Higgins τις ονομάζει ιδανικές προδιαγραφές ή πτυχές του ιδανικού εαυτού. Αντίθετα, ορισμένες προδιαγραφές αξιολόγησης αναπαριστούν προδιαγραφές επιτευγμάτων που οι άνθρωποι αισθάνονται ότι πρέπει ή οφείλουν να επιτύχουν. Πρόκειται για καθήκοντα ή ευθύνες και ονομάζονται προδιαγραφές του καθήκοντος ή στοιχεία του εαυτού του καθήκοντος.

Ανάλογα με τους τύπους προδιαγραφών προκαλούνται και διαφορετικοί τύποι αρνητικών συναισθημάτων. Οι άνθρωποι βιώνουν αρνητικά συναισθήματα όταν υπάρχει μια δυσαρμονία ανάμεσα στο πως είναι τα πράγματα στην πραγματικότητα ή τον πραγματικό τους εαυτό και σε μια προσωπική προδιαγραφή. Οι ασυμφωνίες του εαυτού είναι γνωστικοί μηχανισμοί, που συνεισφέρουν στη συναισθηματική εμπειρία. Επίσης, υπάρχουν ασυμφωνίες με διαφορετικές προδιαγραφές –ιδανικές προδιαγραφές έναντι προδιαγραφών του καθήκοντος- που γεννούν διαφορετικά συναισθήματα. Οι ασυμφωνίες ανάμεσα στον πραγματικό και τον ιδανικό εαυτό προκαλούν θλίψη ή κατήφεια, ενώ η αποτυχία να ανταποκριθούμε στις προσωπικές μας προδιαγραφές είναι απώλεια θετικών εκβάσεων, απώλεια που επιφέρει θλίψη. Οι ασυμφωνίες ανάμεσα στον ιδανικό εαυτό και τον εαυτό του καθήκοντος προκαλούν ταραχή και άγχος. Η πιθανότητα να μην εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας συνιστά μια ενδεχόμενη αρνητική έκβαση που είναι απειλητική.

Μέσα από μια σχετική έρευνα του Higgins βρέθηκε ότι τα άτομα που οι περιγραφές του εαυτού διακρίνονταν από πολλές ασυμφωνίες ανάμεσα στο πραγματικό και στο ιδανικό έτειναν προς τη θλίψη αλλά όχι και προς το άγχος όταν σκέφτονταν το αρνητικό γεγονός. Τα άτομα που είχαν ιδιότητες όπου κυριαρχούσαν οι ασυμφωνίες του πραγματικού εαυτού με τον εαυτού του καθήκοντος ένιωθαν άγχος αλλά δεν ένιωσαν θλίψη.   

 

Πηγή:

 

Cervone & Pervin. Θεωρίες προσωπικότητας. Έρευνα και εφαρμογές. Gutenberg, 2013.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Μεταβίβαση και Νεύρωση μεταβίβασης

Στην ψυχαναλυτική προσέγγιση, η μεταβίβαση περιλαμβάνει τη μεταφορά σκέψεων, συναισθημάτων, συμπεριφορών και εμπειριών από τον ασθενή προς τον θεραπευτή. Πρόκειται για τη διαμόρφωση από τον ασθενή συμπεριφορών προς τον θεραπευτή που είναι ανάλογες με τις συμπεριφορές που είχε στο παρελθόν απέναντι σε σημαντικά πρόσωπα. Οπότε κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς επαναλαμβάνουν τις αλληλεπιδράσεις που είχαν με σημαντικά πρόσωπα στο παρελθόν.

 

Τα άτομα με βάση τον τύπο προσωπικότητας τον οποίο έχουν συμπεριφέρονται και με διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα, οι στοματικοί τύποι προσωπικότητας δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για το εάν ‘δίνουν τροφή’ στον αναλυτή και κατά πόσο αυτός τους παρέχει αρκετά σε ανταπόδοση. Οι πρωκτικοί τύποι προσωπικότητας εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στο ποιος έχει τον έλεγχο των συνεδριών. Ενώ οι φαλλικοί τύποι προσπαθούν για το ποιος θα αναδειχτεί νικητής στις ανταγωνιστικές συγκρούσεις.

«Η ενθάρρυνση της μεταβίβασης ή η δημιουργία των συνθηκών που επιτρέπουν την ανάπτυξή της οδηγεί στην ανάπτυξη της νεύρωσης της μεταβίβασης. Εδώ είναι που οι ασθενείς ξεδιπλώνουν, χωρίς περιορισμούς, τις παλιές τους συγκρούσεις. Σε αυτήν τη φάση οι ασθενείς ντύνουν τις σημαντικότερες πτυχές της σχέσης τους με τον αναλυτή με τις επιθυμίες και τις ανησυχίες που είχαν στο παρελθόν.

Σκοπός τους δεν είναι πλέον να γίνουν καλά, μα να κερδίσουν από τον αναλυτή αυτά που στερήθηκαν στην παιδική τους ηλικία. Αντί να αναζητούν διέξοδο στις ανταγωνιστικές τους σχέσεις, μπορεί να επιζητούν να ευνουχίσουν τον αναλυτή, αντί να επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τους άλλους, μπορεί να προσπαθούν να κάνουν τον αναλυτή να ικανοποιήσει κάθε τους ανάγκη για εξάρτηση. 

Το γεγονός ότι αυτές οι στάσεις διαμορφώνονται κατά τη διαδικασία της ψυχανάλυσης επιτρέπει στους ασθενείς και στους αναλυτές τους να δουν καλύτερα και να κατανοήσουν τις ενστικτώδεις και αμυντικές συνιστώσες της αρχικής νηπιακής σύγκρουσης. Επειδή ο ασθενής επενδύει συναισθηματικά στη σχέση αυτή, η αυξανόμενη κατανόηση έχει συναισθηματική αξία. Η αλλαγή συντελείται όταν το άτομο αποκτά ενόραση, όταν οι ασθενείς συνειδητοποιούν, τόσο σε διανοητικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο, τη φύση των συγκρούσεων και αισθάνονται ελεύθεροι, με βάση τις νέες αντιλήψεις τους για τον εαυτό τους και τον κόσμο, να ικανοποιήσουν τα ένστικτά τους με έναν ώριμο τρόπο, απελευθερωμένο από συγκρούσεις» (Cervone & Pervin, σελ. 186).

 

Πηγή:

 

Cervone & Pervin. Θεωρίες προσωπικότητας. Έρευνα και εφαρμογές. Gutenberg, 2013.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.