Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Η ψυχοπαθολογία του ακαδημαϊκού δασκάλου

 Από τον Santiago Ramon y Cajal

 

Ο Santiago Ramón y Cajal προσεγγίζει με κριτική ματιά τον πανεπιστημιακό χώρο, αναλύοντας ψυχολογικά τα ελαττώματα και τις παθολογικές στάσεις που μπορεί να αναπτυχθούν στον ακαδημαϊκό δάσκαλο. Ο συγγραφέας δεν εστιάζει στην επιστημονική ανεπάρκεια, αλλά κυρίως σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας, που εμποδίζουν την πρόοδο της γνώσης και τη διαπαιδαγώγηση των νέων επιστημόνων. Κατηγοριοποιεί τους ακαδημαϊκούς δασκάλους σε έξι ομάδες, που είναι οι εξής:

Ερασιτέχνες ή θεατές: παρακολουθούν την επιστήμη με ενθουσιασμό αλλά χωρίς ενεργή και συστηματική ενασχόληση. Πρόκειται για επιστήμονες που καταναλώνουν γνώση, συζητούν και κρίνουν, χωρίς να επιλέγουν το ρίσκο της πρωτότυπης έρευνας.

Βιβλιόφιλοι και πολύγλωττοι: αρκεί κριτική στη συσσώρευση της γνώσης ως αυτοσκοπό. Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, ξένες γλώσσες, συνδρομή σε άγνωστα περιοδικά… Η γλωσσομάθεια δεν οδηγεί σε σύνθεση και παραγωγή νέας γνώσης και καταλήγει σε πνευματική αδράνεια.

Μεγαλομανείς: χαρακτηρίζονται από υπερβολική φιλοδοξία και ανάγκη αναγνώρισης. Η επιθυμία για δόξα μπορεί να στρεβλώσει την επιστημονική κρίση.

Εθισμένοι στον εξοπλισμό ή οργανόφιλοι: υπερεκτιμούν τη σημασία των τεχνικών μέσων. Επιλέγουν το εργαστήριο. Αν και τα όργανα είναι απαραίτητα, δεν υποκαθιστούν την οξυδέρκεια και τη δημιουργικότητα.

Ανεστίαστοι ή εκτός εστίασης: επιστήμονες που έχουν διάσπαρτα ενδιαφέροντα και έλλειψη συγκέντρωσης. Βρίσκονται ανάμεσα σε θέματα και στόχους, που δεν επιτρέπουν την εις βάθος μελέτη.

Θεωρητικολόγοι: είναι τελείως αποκομμένοι από την εμπειρική παρατήρηση. Είναι σημαντική η θεωρία, αλλά εξίσου σημαντική είναι η πράξη.

Ο Cajal περιγράφει μορφές ακαδημαϊκής παθολογίας όπως τον δογματισμό, την αυταρέσκεια, την προσκόλληση στο κύρος και τον φόβο απέναντι στη νεωτερικότητα. Ιδιαίτερη κριτική ασκείται στον δάσκαλο που αντιμετωπίζει τη γνώση ως προσωπική ιδιοκτησία και όχι ως ζωντανό πεδίο έρευνας, αποθαρρύνοντας την κριτική σκέψη και την πρωτοβουλία των φοιτητών.

Παράλληλα, αναδεικνύεται η ψυχολογική ρίζα αυτών των συμπεριφορών: η ανασφάλεια, η φιλοδοξία χωρίς ηθικό υπόβαθρο και η ανάγκη για εξουσία. Ο Cajal επισημαίνει ότι τέτοιες στάσεις αλλοιώνουν τον παιδευτικό ρόλο του πανεπιστημίου και μετατρέπουν τη διδασκαλία σε μηχανική μετάδοση γνώσεων, χωρίς δημιουργικό πνεύμα.

Το κεφάλαιο δεν περιορίζεται σε καταγγελία, αλλά προβάλλει έμμεσα ένα πρότυπο υγιούς ακαδημαϊκού δασκάλου: τον επιστήμονα που διατηρεί πνευματική ταπεινότητα, ανοιχτότητα στη νέα γνώση και γνήσιο ενδιαφέρον για την καλλιέργεια των μαθητών του. Έτσι, ο Cajal συνδέει την ψυχολογία της διδασκαλίας με την ηθική ευθύνη της επιστήμης.

 

Πηγή:

Santiago Ramon y Cajal. 2014. Δοκίμια ψυχολογίας. Εκδόσεις Εκκρεμές.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου