Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Θέματα 2017: Απαντήσεις


ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Α. Αναφέρετε τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής, του άγχους αποχωρισμού, της διαταραχής αυτιστικού φάσματος και της δυσλεξίας ως προς τα διαγνωστικά τους στοιχεία. Αναφέρετε μια ωφέλιμη και μια βλαβερή χρήση της διάγνωσης στην κλινική και εκπαιδευτική πρακτική.
 Β1. Αναφέρετε ένα τεστ νοημοσύνης, ένα αναπτυξιακό τεστ, ένα οπτικοκινητικό τεστ και ένα προβολικό τεστ που θα χορηγούσε ένας κλινικός ψυχολόγος σε ένα κοινοτικό Κέντρο Ψυχικής Υγείας για παιδιά προσχολικής ηλικίας; Περιγράψτε συνοπτικά το κάθε ένα από αυτά και αναφέρετε σε ποιες ηλικίες απευθύνονται.
Β2. Στο Γενικό Νοσοκομείο αναφέρετε ένα βραχύχρονο πρόγραμμα ψυχοθεραπείας και ποιες τεχνικές θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο κλινικός ψυχολόγος για να αντιμετωπίσει έναν ασθενή με κρίση πανικού.

Α. Από το βιβλίο Κλινική Ψυχολογία στην Πράξη, από τα κλινικά παραδείγματα και το θεωρητικό μέρος των κεφαλαίων «Το έργο του κλινικού ψυχολόγου σε ένα ΚΚΨΥ» (σελ. 128) και «Το έργο του κλινικού ψυχολόγου σε ένα Κέντρο Ημέρας» (σελ. 139).
Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής αποτελεί μια δυσκολία που χαρακτηρίζεται από δυσκολία συγκέντρωσης και υπερκινητικότητα, ενώ έχει επίδραση στο μαθησιακό επίπεδο. Τα παιδιά εμφανίζουν παρορμητικότητα, έλλειψη κινδύνου, ανησυχία, άγχος και μειωμένες σχολικές επιδόσεις. Το άγχος αποχωρισμού εκδηλώνεται με έντονο άγχος για τις σχέσεις και τη δημιουργία εξαρτητικών σχέσεων με τους άλλους. Το παιδί εμφανίζει την ανάγκη να βρίσκονται τα βασικά πρόσωπα φροντίδας κοντά του. Εμφανίζει διαταραγμένες αντιδράσεις στις σχέσεις και σε διάφορες κοινωνικές περιστάσεις. Η διαταραχή αυτιστικού φάσματος χαρακτηρίζεται από στερεοτυπίες, ελλείμματα στην κοινωνικοποίηση και καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου (περιορισμένος λόγος ή απουσία λόγου), αποφυγή του βλέμματος και εμφάνιση επιθετικότητας και εκρήξεων θυμού. Η δυσλεξία είναι μια ειδική μαθησιακή δυσκολία που αφορά τις δυσκολίες στον γραπτό λόγο, την ανάγνωση και την ορθογραφία. Η κάθε μία από τις διαταραχές αυτές φέρει ορισμένα συμπτώματα που τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες. Αυτά που αναφέρθηκαν αποτελούν τα βασικά διαφοροποιητικά συμπτώματα της κάθε διαταραχής.
Τα κοινά στοιχεία μεταξύ αυτών των διαταραχών είναι οι δυσκολίες στο σχολείο, στην κοινωνικοποίηση, σε συναισθηματικό, κοινωνικό και μαθησιακό επίπεδο. Τα παιδιά με αυτές τις διαταραχές εμφανίζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη, προβλήματα συμπεριφοράς, δυσκολίες στις γνωστικές λειτουργίες, στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και στη συναισθηματική ανάπτυξη. Εμφανίζονται διαφοροποιήσεις ως προς τα επίπεδα της νοημοσύνης, που μπορεί να κυμαίνονται από πολύ χαμηλά έως πολύ υψηλά. Τα παιδιά με αυτισμό εμφανίζουν πιο βαριά συμπτωματολογία σε σύγκριση με τις υπόλοιπες διαταραχές. Ο αυτισμός και το άγχος αποχωρισμού είναι διαταραχές που εμφανίζονται σε μικρότερη ηλικία, μετά το πρώτο περίπου έτος. Η ελλειμματική προσοχή και η δυσλεξία συνδέονται με την έναρξη του σχολείου και τη μαθησιακή ικανότητα. Όλες οι διαταραχές είναι άμεσα συνυφασμένες και αντανακλούν προβλήματα και δυσκολίες του οικογενειακού περιβάλλοντος.
Μια ωφέλιμη χρήση της διάγνωσης είναι η παρέμβαση με σκοπό την αντιμετώπιση των δυσκολιών σε ένα πρώιμο στάδιο, έτσι ώστε να μειωθούν οι δυσκολίες προσαρμογής στο σχολείο και της σχολικής πορείας του παιδιού. Στο σχολείο, οι εκπαιδευτικοί γνωρίζοντας τις δυσκολίες του παιδιού μπορούν να έχουν ένα βοηθητικό ρόλο στην εκπαιδευτική πρακτική. Ωστόσο, η χρήση της διάγνωσης στο κλινικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο μπορεί να έχει και αρνητική επίδραση, καθώς ενδέχεται οι εκπαιδευτικοί να βάλουν μια ετικέτα στο παιδί, στιγματίζοντάς το μέσα στην τάξη, ενώ μπορεί να εμφανιστεί η αυτοεκπληρούμενη προφητεία, επιβεβαιώνοντας τις δυσκολίες που εμφανίζει το παιδί.
Η διαφοροδιάγνωση και η διάγνωση θα πρέπει να γίνονται με προσεκτικό τρόπο στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, καθώς σε πολλές περιπτώσεις τα συμπτώματα της αυτιστικής για παράδειγμα διαταραχής μπορεί να εξαλειφθούν πολύ γρήγορα μετά από ένα- δύο χρόνια ψυχοθεραπείας και ενδέχεται να αποτελούσαν έκφραση μιας ψυχικής διαταραχής, χωρίς όμως να είναι κάτι μόνιμο. Οι δυσκολίες του παιδιού μπορεί να συνδέονται με άλυτα ασυνείδητα ζητήματα που αφορούν τη σχέση των γονέων και τη σχέση αυτών με το παιδί.  

B1. Από το βιβλίο Κλινική Ψυχολογία στην Πράξη, το κεφάλαιο «Το έργο του κλινικού ψυχολόγου σε ένα ΚΚΨΥ» (σελ. 128):
Η αξιολόγηση του παιδιού και του εφήβου περιλαμβάνει την κλινική συνέντευξη μέσω ζωγραφικής και συμβολικού παιχνιδιού και την αξιολόγηση με τη χρήση τεστ και ερωτηματολογίων.
Για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορούν να χορηγηθούν οι εξής δοκιμασίες:
1. Merrill- Palmer Scales of Development. Αναπτυξιακό τεστ που περιλαμβάνει κυρίως μη λεκτικές δοκιμασίες. Κατάλληλο για νήπια που έχουν καθυστέρηση ή διαταραχή στον λόγο. Απευθύνεται σε παιδιά από 18 μηνών έως 5,6 ετών.
2. WPPSI-R (Wechsler Preschool and Primary Scale of Intelligence- Revised). Τεστ νοημοσύνης για παιδιά ηλικίας 4-7 ετών. Περιλαμβάνει λεκτικές και πρακτικές δοκιμασίες.
3. Developmental Test of Visual Perception-2. Τεστ οπτικοκινητικής αντίληψης και οπτικής ολοκλήρωσης, κυρίως για παιδιά που διατρέψουν κίνδυνο εμφάνισης μαθησιακών δυσκολιών.
4. Test of Attitudes Familiales (TAF). Προβολικό τεστ για παιδιά 4-10 ετών. Το παιδί καλείται να κατασκευάσει μια ιστορία συναφή με την εικόνα που βλέπει. Οι εικόνες αναπαριστούν συνηθισμένες οικογενειακές καταστάσεις.  
Β2. Από το βιβλίο Κλινική Ψυχολογία στην Πράξη, το κεφάλαιο «Η θέση και λειτουργία του Κλινικού Ψυχολόγου στο ΓΝ» (σελ. 159):
Μια βραχύχρονη ψυχοθεραπεία που μπορεί να εφαρμοστεί είναι το γνωσιακό- συμπεριφοριστικό πρόγραμμα παρέμβασης που περιλαμβάνει την εισαγωγή στη θεραπευτική διεργασία (θεραπευτική συμμαχία, ιστορικό, παρουσίαση και εκπαίδευση στο μοντέλο), την κύρια φάση και την τελική φάση (αξιολόγηση της θεραπευτικής παρέμβασης).
Στην κύρια φάση οι τεχνικές που εφαρμόζονται είναι οι εξής:
Εκπαίδευση στην αυτορρύθμιση (ημερολόγιο επεισοδίων άγχους και αποφυγών0
Εξάσκηση στην νευρομυϊκή χαλάρωση και στη διαφραγματική αναπνοή
Τεχνικές τροποποίησης της σκέψης
Παίξιμο ρόλων
Ενίσχυση των κοινωνικών δεξιοτήτων
Εντοπισμός γνωσιακών παραποιήσεων και αμφισβήτηση δυσλειτουργικών σκέψεων και καταστροφικών γνωσιών
Τεχνικές γνωσιακής αναδόμησης (τροποποίηση και αντικατάσταση των δυσπροσαρμοστικών σχημάτων)




ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Να αξιολογήσετε τις πολιτικές εξελίξεις του 2015 (εκλογή ΣΥΡΙΖΑ, επανεκλογή ΣΥΡΙΖΑ, δημοψήφισμα, κτλ) με βάση το γενετικό μοντέλο κοινωνικής επιρροής του Moscovici.
Απάντηση από Β τόμο, Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία (17ο κεφ., σελ. 292-293)
Σύμφωνα με το γενετικό μοντέλο επιρροής του Moscovici, όταν τα υποκείμενα διαπιστώνουν ότι κάποιος εκφράζει μια διαφορετική άποψη από τα ίδια, εστιάζουν την προσοχή τους είτε στην πηγή που εκφράζει τη διαφωνία είτε στο εκφραζόμενο μήνυμα. Στην πρώτη περίπτωση (που συνήθως συμβαίνει όταν η πηγή αποτελεί την πλειοψηφία και είναι κοινωνικά επιθυμητή) τα υποκείμενα συγκρίνονται με την πηγή και, λόγω της επιθυμίας τους να μη διαφέρουν και αποκλειστούν από την κοινωνική ομάδα, μπορεί να αλλάξουν άμεσα την άποψή τους. Στη δεύτερη περίπτωση (που συνήθως συμβαίνει όταν η πηγή αποτελεί μειονότητα και, κατά κανόνα, είναι λιγότερο επιθυμητή) τα υποκείμενα προσπαθούν να επικυρώσουν την άποψή τους εστιάζοντας την προσοχή τους περισσότερο στο μήνυμα που αναφέρεται στο αντικείμενο ή στο θέμα για το οποίο γίνεται λόγος ή αποτελεί το διακύβευμα της όλης διαδικασίας επιρροής. Σε αυτή την περίπτωση η επιρροή μπορεί να μην είναι άμεση αλλά έμμεση, να εκφράζεται δηλαδή ή να γίνεται αισθητή σε κάποιο άλλο ζήτημα παρεμφερές με αυτό για το οποίο γίνεται λόγος στο μήνυμα επιρροής. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, ο τύπος της επιρροής αποτελεί συνάρτηση του είδους της πηγής επιρροής με την έννοια ότι καθένα από αυτά ενεργοποιεί διαφορετικές διαδικασίες: απέναντι σε μια πλειοψηφία ενεργοποιείται η κοινωνική σύγκριση, που οδηγεί συνήθως στην άμεση επιρροή, ενώ απέναντι σε μια μειονότητα τίθεται σε λειτουργία η διαδικασία της επικύρωσης, που οδηγεί κυρίως σε έμμεση επιρροή.   
Το συγκεκριμένο κόμμα ήταν στο παρελθόν ένα μειονοτικό κόμμα, με χαμηλά ποσοστά ψηφοφόρων, που αποτελούσε όμως μια ενεργή μειονοτική πολιτική ομάδα με συγκρουσιακό χαρακτήρα και προοδευτικό προσανατολισμό. Μέσω της καινοτομίας και της σταθερότητας της συμπεριφοράς του κατάφερε να αναδυθεί (πνεύμα των καιρών), να συγκεντρώσει μεγάλα ποσοστά του πληθυσμού και να μετατραπεί σε κυρίαρχη ιδεολογία, αναλαμβάνοντας την εξουσία. Τα επιχειρήματά του διέφεραν από την κυρίαρχη ιδεολογία, που ήταν τα κόμματα που εναλλάξ είχαν την εξουσία τις τελευταίες δεκαετίες (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ). Ο πληθυσμός στράφηκε προς το συγκεκριμένο κόμμα με στόχο την κοινωνική αλλαγή, που προσδοκούσε. Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της χώρας επέβαλαν την ανάγκη για αλλαγή. Επομένως, ο πληθυσμός θεώρησε πως με την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να βρει λύσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζε.  Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε σε ρήξη με την κυρίαρχη ιδεολογία και υποστήριζε την αντίθεσή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελώντας διπλή μειονότητα, εντός και εκτός Ελλάδας. Η μη συμμόρφωση στην Ευρώπη αποτελούσε ένα σημείο διαφοροποίησης από τα άλλα κόμματα, ενώ η μετάδοση μηνυμάτων με συστηματικό και σταθερό τρόπο σε ένα διαχρονικό πλαίσιο, οδήγησε στην άσκηση μειονοτικής επιρροής από το εν λόγω κόμμα.
Η σταθερότητα της συμπεριφοράς συμβάλλει στην υιοθέτηση μιας ισχυρής και σταθερής πεποίθησης παρόλο τις αβέβαιες συνθήκες που επικρατούν, οδηγώντας το κοινωνικό υποκείμενο στη δημιουργία της εντύπωσης ότι πρόκειται για μία εναλλακτική εφικτή λύση. Μέσα από τη συγκεκριμένη συμπεριφορά εξασφαλίζεται στο άτομο και η πεποίθηση ότι η λύση αυτή θα χαρακτηρίζεται από διάρκεια, ενώ πρόκειται για απόψεις και πεποιθήσεις που εκφράζονται και παρουσιάζονται με σαφήνεια, απλότητα και βεβαιότητα, καθώς και από συγχρονική και διαχρονική συνεκτικότητα. Εκτός όμως από τη συμπεριφορά που θα εκδηλώσει η μειονότητα στην προσπάθειά της να ασκήσει κοινωνική επιρροή, σημαντική είναι και η εικόνα που θα σχηματίσει η πλειοψηφία για τη συγκεκριμένη μειονότητα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να υλοποιήσει το δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε, ωστόσο, στις επόμενες εκλογές συνέχισε να ασκεί επιρροή και παρά τη μη τήρηση της στάσης και συμπεριφοράς του κατάφερε να επανεκλεγεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στις πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αποτελεί μια πιο ισχυρή εξουσία, ενώ δεν έχασε την επιρροή που είχε ήδη ασκήσει. Στο πλαίσιο των διομαδικών σχέσεων, οι πολίτες αναγνώρισαν την ανάγκη συμμόρφωσης σε μια εξωομάδα (Ευρωπαϊκή Ένωση), που έχει μεγαλύτερη δύναμη και εξουσία, ενώ επέλεξαν να συνεχίσουν να υποστηρίζουν την ενδοομάδα (ΣΥΡΙΖΑ), που είχε ήδη εκφράσει την αντίθεσή της σε μια πιο ισχυρή ομάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ καλλιέργησε την αίσθηση κοινής ταυτότητας με την ενδοομάδα του πληθυσμού, ενώ ως πηγή επιρροής προέβαλε τον εαυτό του ως πρωτοτυπικό μέλος του πεδίου της Ευρώπης ενάντια στην εξουσία των ευρωπαϊκών θεσμών.
Το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ αναδύθηκε ως πνεύμα των καιρών, άσκησε μειονοτική επιρροή, μετατράπηκε σε κυρίαρχη ιδεολογία και οδήγησε σε ιδεολογική μεταστροφή, ακόμη και μετά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, στο οποίο το κόμμα ήρθε σε ρήξη ανάμεσα σε όσα υποστήριζε και στη συμπεριφορά του. 

Οι Παπαστάμου & Προδρομίτης αναλύουν την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ στο βιβλίο «Πρώτη φορά Αριστερά», στο κεφάλαιο: «Από αριστερή μειοψηφία, πλειοψηφική Αριστερά: Η κοινωνική ψυχολογία διαβάζει την πολιτική», 2016, Πεδίο.



ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ
Αναφέρετε τους βασικούς κανόνες δεοντολογίας που θα (πρέπει να) λάβει υπόψη του ένας ερευνητής κατά την ερευνητική διαδικασία.
Από το βιβλίο του Σταλίκα «Μέθοδοι έρευνας στην κλινική ψυχολογία», Δεοντολογία έρευνας στην κλινική και συμβουλευτική ψυχολογία (11ο κεφάλαιο).

Ηθικά ζητήματα κατά τον σχεδιασμό, τη διεξαγωγή μιας έρευνας, την ανάλυση των δεδομένων και τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων (ΠΟΣΟΤΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ)
Ηθικά ζητήματα σχεδιασμού και στρατολόγησης των συμμετεχόντων σε έρευνα:
·         Χρόνος και δέσμευση των συμμετεχόντων κατά τη διεξαγωγή της έρευνας
·         Ανακριβή αποτελέσματα της έρευνας
·         Ανάλωση χρόνου και χρήματος σε μια έρευνα ενώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε άλλες
·         Σκέψη ερευνητή για το ποιους και πώς θέλει να προσεγγίσει
·         Ωραιοποίηση των αναμενόμενων αποτελεσμάτων
·         Λανθασμένη απόδοση μιας σχέσης αιτίας- αιτιατού μεταξύ των μεταβλητών που εξετάζονται
Ηθικά ζητήματα κατά τη διεξαγωγή μιας έρευνας
·         Δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης συμμετεχόντων- ερευνητή και όλων των εμπλεκομένων στην έρευνα
·         Συστηματική και συνεχόμενη επιτήρηση του ερευνητή από κάποιον έμπειρο επαγγελματία
·         Δυνατότητα ερευνητή να συμβουλεύεται εξειδικευμένους επαγγελματίες για αντιμετώπιση ηθικών ζητημάτων ή απρόσμενων κινδύνων
·         Γνωστοποίηση των αξιών και των φιλοσοφικών πεποιθήσεων του ερευνητή, καθώς επηρεάζουν τις αποφάσεις που λαμβάνει
Συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης
·         Στηρίζεται στην αρχή της πίστης και υπευθυνότητας των ψυχολόγων απέναντι στους συμμετέχοντες
·         Δημιουργία ξεκάθαρων ορίων και ρόλων, σχέση εμπιστοσύνης
·         Η συναίνεση αποτελείται από τρία στοιχεία: ικανότητα (κατά πόσο το άτομο μπορεί να επεξεργάζεται πληροφορίες), πληροφορία (τι πληροφορίες και πως δίνονται στους συμμετέχοντες) και εθελοντισμός (εθελοντική απόφαση του ατόμου για συμμετοχή στην έρευνα, χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό)
Απάτη και αναφορά
·         Σχετίζεται με ηθικές αρχές της πίστης και της μη βλάβης
·         Χορήγηση λανθασμένων πληροφοριών ή στην απόκρυψη αυτών
·         Υπάρχουν περιπτώσεις που η απάτη είναι επιτρεπτή  
·         Έχει αρνητικές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη του πελάτη προς τον θεραπευτή και στη θεραπευτική συμμαχία
·         Η αναφορά είναι μέρος της έρευνας χωρίς να έχει προηγηθεί απάτη
Εμπιστευτικότητα
·         Δημιουργία και διατήρηση καλής συμβουλευτικής σχέσης
·         Στηρίζεται στον σεβασμό για τον άνθρωπο και στην οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης ερευνητή- συμμετέχοντα
·         Οι ερευνητές πρέπει να προσέχουν όταν υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στη δέσμευση για εμπιστευτικότητα και στο καθήκον να σταματήσουν κάποιο κακό από το να συμβεί στους συμμετέχοντες
Σχέσεις πολλαπλών ρόλων
·         Διπλός ρόλος του ψυχολόγου ως ερευνητή και θεραπευτή
·         Οι διπλές ή πολλαπλές σχέσεις μπορεί να δημιουργήσουν σύγχυση και απογοήτευση από τη σύγκρουση ανάμεσα σε υποχρεώσεις και προσδοκίες
Ζητήματα θεραπείας
·           Στέρηση θεραπείας από άτομα που τη χρειάζονται
·         Αξιολόγηση πιθανών ρίσκων όταν εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις
·         Πιθανή σύγκρουση συμφερόντων

Ηθικά ζητήματα στην ποιοτική έρευνα
Ρόλοι ερευνητών και συμμετεχόντων:
·         καθοριστικό ρόλο παίζει η προσωπικότητα του ερευνητή και ο τρόπος που προσεγγίζει τον κάθε συμμετέχοντα
·         οι αξίες του ερευνητή καθορίζουν την πορεία της έρευνας
·         μεγάλη η εμπλοκή των συμμετεχόντων
Ευαισθησία και εμπλοκή του θεραπευτή:
·         Ανάπτυξη ερευνητικής συμμαχίας
·         Το υλικό εξαρτάται από δεξιότητες του ερευνητή, ικανότητες του συμμετέχοντα και μεταξύ τους σχέση
Ερευνητική διαδικασία:
·         Αλλαγή και αναπροσαρμογή της διαδικασίας κάθε φορά που προκύπτουν νέα στοιχεία
·         Η ανάλυση στηρίζεται στην προσωπική ερμηνεία, την υπάρχουσα γνώση, την προσωπική ιστορία, την εμπειρία, τη δημιουργικότητα και τη διαίσθηση του ερευνητή
Ικανότητα ερευνητή:
·         Ικανότητα και εκπαίδευση του ερευνητή
·         Γνώσεις για τον σχεδιασμό, την εκπόνηση και την καταγραφή αποτελεσμάτων και την ικανότητα χειρισμού διαφόρων θεμάτων
Εμπιστευτικότητα:
·         Αλλαγή κάποιων στοιχείων που έδωσε ο συμμετέχοντας
·         Προστασία προσωπικών πληροφοριών από τρίτους
Συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης:
·         Όρια της εμπιστευτικότητας
·         Ευαίσθητα ή παράνομα θέματα
·         Είναι μια συνεχιζόμενη διαδικασία που βρίσκεται διαρκώς υπό διαπραγμάτευση


Θέματα 2016: Απαντήσεις


Κοινωνική ψυχολογία
Αλλαγή στάσεων: Να προσδιορίσετε τη λειτουργία των μοντέλων πειθούς διττής διαδικασίας (μοντέλο πιθανότητας λεπτομερούς επεξεργασίας και μοντέλο ευρετικής/ συστημικής επεξεργασίας). Να αναφέρετε μια τουλάχιστον έρευνα από την οποία φαίνεται η εφαρμογή του καθενός.
Για την αλλαγή στάσεων έχουν προταθεί δύο γνωστικά μοντέλα, που είναι το μοντέλο πιθανών τρόπων επεξεργασίας και το ευρετικό μοντέλο.
Σύμφωνα με το μοντέλο των πιθανών τρόπων επεξεργασίας του μηνύματος ως προς την αλλαγή ή τη μη αλλαγή της στάσης, υπάρχουν δύο διαφορετικές διεργασίες αλλαγής των στάσεων, που είναι η κεντρική και η περιφερειακή οδός. Στην κεντρική οδό πριμοδοτείται η επεξεργασία της πληροφορίας. Αυτό που καθορίζει εδώ την κατεύθυνση και το εύρος της αλλαγής στάσης είναι οι σκέψεις που παράγει το υποκείμενο αναφορικά με την πληροφορία την οποία δέχεται για το υπό διερεύνηση ζήτημα. Το υποκείμενο- δέκτης του μηνύματος έχει μια ορθολογιστική προσέγγιση της κατάστασης: ακούει προσεκτικά τα επιχειρήματα, προσπαθεί να τα καταλάβει και στη συνέχεια τα αξιολογεί. Μερικά από αυτά προκαλούν θετικές σκέψεις, άλλα οδηγούν σε αντεπιχειρήματα. Στο τέλος, το υποκείμενο καταλήγει σε ένα συμπέρασμα. Από την άλλη, στην περιφερειακή οδό, η αλλαγή στάσεων εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα πειστικών ενδείξεων, πλαγίων παραγόντων, που αφορούν το ευρύτερο πλαίσιο της κατάστασης πειθούς, όπως είναι οι ανταμοιβές και οι ποινές, οι αξιολογικές παραμορφώσεις στην αντίληψη του μηνύματος ή οι λόγοι για τους οποίους το υποκείμενο θεωρεί ότι κάποιος υποστηρίζει μια άποψη. Αυτοί οι παράγοντες δεν σχετίζονται άμεσα με την πληροφορία που περιέχεται στο μήνυμα για το υπό διερεύνηση ζήτημα και συνεπώς δεν εμπλέκουν άμεσα τη σκέψη αναφορικά με αυτό.
Η επιλογή της οδού που θα επιλέγει το άτομο για την επεξεργασία του μηνύματος για την αλλαγή στάσεων εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες, όπως η σπουδαιότητα του ζητήματος για το υποκείμενο, οι συνέπειες που έχει για το υποκείμενο, το περιεχόμενο του μηνύματος, το κίνητρο για επεξεργασία του περιεχομένου του μηνύματος και η ικανότητα για επεξεργασία του μηνύματος. Πιο συγκεκριμένα, αν το ζήτημα είναι σπουδαίο για το υποκείμενο, έχει μεγάλες συνέπειες για το ίδιο, συμφωνεί με τις θέσεις που ήδη υποστηρίζει το υποκείμενο, καθώς και αν το υποκείμενο έχει κίνητρο και ικανότητα για επεξεργασία του μηνύματος τότε θα επιλέξει την κεντρική οδό. Αντίθετα, αν το άτομο δεν έχει κίνητρο ή την ικανότητα να εξετάσει το περιεχόμενο της επικοινωνίας ή αν δεν έχει αντεπιχειρήματα τότε δεν θα ακολουθήσει την κεντρική οδό.
Για να επιτευχθεί μακροπρόθεσμη αλλαγή στάσης μέσω της έκθεσης σε ένα μήνυμα θα πρέπει να υπάρχει κίνητρο και ικανότητα επεξεργασίας του μηνύματος, ευνοϊκές γνωστικές απαντήσεις και η συγκράτηση και αποθήκευσή τους στη μακροπρόθεσμη μνήμη. Πρόκειται για μια διαδικασία που σπάνια συμβαίνει στην καθημερινή ζωή, καθώς η περιφερειακή οδός είναι πιο εύκολη, αν και έχει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα. Η περιφερειακή οδός χρησιμοποιείται κυρίως αν ο δέκτης έχει ελλιπή πληροφόρηση και μικρή εμπλοκή.
Το ευρετικό μοντέλο είναι ένα μοντέλο που στηρίζεται στην ευρετική επεξεργασία των πειστικών ενδείξεων. Στο πλαίσιο του ευρετικού μοντέλου αναδεικνύεται η σημασία των πειστικών ενδείξεων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δέκτης δεν ελέγχει την εγκυρότητα του περιεχομένου του μηνύματος. Είναι αυτές οι ενδείξεις που επεξεργάζεται ο δέκτης, ενώ η επεξεργασία γίνεται επί τη βάσει απλών σχημάτων ή κανόνων απόφασης (γνωστικά ευρετικά σχήματα), που μαθαίνονται μέσω των εμπειριών και των παρατηρήσεων. Έχουμε για παράδειγμα μάθει ότι «μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στους εμπειρογνώμονες», ότι «οι άνθρωποι που αγαπούμε έχουν συνήθως σωστές απόψεις επί ορισμένων θεμάτων», ότι «η στατιστική ταυτίζεται με την αλήθεια», ότι «όσο πιο πολλά είναι τα επιχειρήματα, τόσο πιο σωστή είναι η συνολική άποψη», κτλ. Επιπλέον, εφαρμόζονται, πολλές φορές αυτόματα, αυτούς τους κανόνες αξιολόγησης των μηνυμάτων και των συμπερασμάτων τους, χωρίς να εξετάζουμε λεπτομερώς και να αξιολογούμε το περιεχόμενό τους. Πρόκειται για συστηματική προσέγγιση της πληροφορίας.   
Το ευρετικό μοντέλο εστιάζει την προσοχή του στο διαμεσολαβητικό ρόλο των ευρετικών σχημάτων, αν και προϋποθέτει, όπως και το προηγούμενο, ότι το υποκείμενο πρέπει να έχει το κίνητρο να αποτιμήσει την εγκυρότητα του συνολικού συμπεράσματος του μηνύματος. Για αυτό και μπορεί κυρίως να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις όπου το υποκείμενο έχει χαμηλό κίνητρο ή και μικρή ικανότητα να επεξεργαστεί το περιεχόμενο του μηνύματος, καθώς και σε περιπτώσεις όπου η πειστική ένδειξη είναι προφανής. Έτσι, παράγοντες όπως ο αριθμός των επιχειρημάτων, το μέγεθος του μηνύματος, η ελκυστικότητα, η ομοιότητα και η πραγματογνωμοσύνη της πηγής είναι δυνατόν να ασκήσουν μεγάλη επίδραση ως προς την αλλαγή της στάσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις η πειθώ δεν διαμεσολαβείται από την κατανόηση του μηνύματος και την παραγωγή επιχειρηματολογίας ως προς αυτό.
Παράδειγμα έρευνας για το μοντέλο πιθανών τρόπων επεξεργασίας
Οι Cacioppo & Petty παρουσίασαν ένα μήνυμα σύμφωνο με τις απόψεις των υποκειμένων και ένα μήνυμα αντίθετο προς αυτές, μεταβάλλοντας τον αριθμό των παρουσιάσεων, που έγιναν μία, τρεις ή πέντε φορές. Σύμφωνα με το μοντέλο των γνωστικών απαντήσεων, η επανάληψη των σύμφωνων επιχειρημάτων προκαλεί περισσότερες ευνοϊκές σκέψεις. Αυτό συνέβη, μέχρι όμως την τρίτη επανάληψη. Στις πέντε επαναλήψεις παρατηρήθηκε αύξηση της παραγόμενης αντεπιχειρηματολογίας και μείωση των παραγόμενων ευνοϊκών σκέψεων. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η παρουσιαζόμενη θέση δεν συμφωνούσε με τη θέση του υποκειμένου ή όταν τα επιχειρήματα δεν ήταν ισχυρά, η επανάληψη αύξανε την παραγωγή αντίθετων σκέψεων και μείωνε την πειθώ.
Παράδειγμα έρευνας για το ευρετικό μοντέλο    
Οι Sadler & Tesser παρουσίασαν στα υποκείμενά τους, μέσω μιας μαγνητοταινίας, ένα συμπαθή ή αντιπαθή παρτενέρ. Τα υποκείμενα έπρεπε είτε να τον σκεφτούν είτε να κάνουν κάτι τελείως διαφορετικό. Στη συνέχεια όλοι αξιολόγησαν τον παρτενέρ τους σε μια κλίμακα και σημείωσαν τις σκέψεις τους αναφορικά με αυτόν. Τα υποκείμενα τα οποία έπρεπε να σκεφτούν τον παρτενέρ τον βρήκαν πολύ πιο συμπαθή ή αντιπαθή από ότι τα υποκείμενα της συνθήκης περισπασμού. Φαίνεται ότι η πόλωση αυτή δεν μπορεί να ξεπερνά κάποιο όριο χωρίς το υποκείμενο να μην ανησυχεί και να μην την περιορίζει, να την επιβραδύνει ή και να την αντιστρέφει. Είναι επίσης μεγαλύτερη όταν το αντικείμενο της σκέψης είναι απόν, δεν βρίσκεται δηλαδή στο πεδίο της άμεσης αντίληψης του υποκειμένου. Για την ερμηνεία της πόλωσης, οι ερευνητές πρότειναν την έννοια του σχήματος, που είναι ένας οδηγός και οργανωτής της σκέψης. Στο πλαίσιο του σχήματος συνδέονται και οργανώνονται οι διάφορες πληροφορίες σχετικά με ένα ζήτημα και συναρτήσει του σχήματος, το υποκείμενο λαμβάνει υπόψη μερικές πληροφορίες και αγνοεί άλλες. Κάθε σχήμα τείνει να αποκτά όλο και μεγαλύτερη συνοχή και βάσει αυτού οι πληροφορίες επανοργανώνονται στο εσωτερικό του και οι στάσεις αλλάζουν προς την κατεύθυνση που περιγράψαμε. Το σχήμα που καθοδηγεί τη σκέψη με τον τρόπο αυτό λέει ότι οι συμπαθείς άνθρωποι έχουν θετικά χαρακτηριστικά, ενώ οι αντιπαθείς αρνητικά.
(Απάντηση: Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία, Β’ τόμος, 13ο κεφάλαιο: 6.6.3- 7.2, σελ. 184- 193)



Μέθοδοι έρευνας
Ποιες είναι τρεις σημαντικές απειλές εννοιολογικής εγκυρότητας ενός ερευνητικού σχεδιασμού;
Εννοιολογική εγκυρότητα είναι ο βαθμός στον οποίο οι μεταβλητές της έρευνας αντανακλούν και αντιπροσωπεύουν τις υπό διερεύνηση έννοιες. Αφορά το κατά πόσο είναι βέβαιο ότι τόσο οι σχέσεις μεταξύ των εννοιών που ο ερευνητής επιλέξει να μελετήσει, όσο και ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ορίζει λειτουργικά αυτές τις έννοιες αντιστοιχούν πράγματα σε ήδη υπάρχουσες θεωρητικές κατασκευές, οι οποίες πραγματεύονται αυτές τις έννοιες και στις υποθέσεις που εξάγονται από αυτές.
Οι πιο σημαντικές απειλές της εννοιολογικής εγκυρότητας ενός ερευνητικού σχεδιασμού είναι οι εξής:
Ανεπαρκής ή ασαφής λειτουργικός ορισμός των μεταβλητών της έρευνας: ο ερευνητής θα πρέπει να γνωρίζει τις υπό μελέτη θεωρητικές κατασκευές- έννοιες, ενώ πριν διατυπώσει τις υποθέσεις θα πρέπει να ορίσει λειτουργικά αυτές τις έννοιες- μεταβλητές. Αν κατά το στάδιο του λειτουργικού ορισμού των μεταβλητών της έρευνας δεν συμπεριληφθούν όλες οι συνιστώσες που τις ορίζουν και όλες οι διαστάσεις που εμπεριέχονται σε αυτές, ο λειτουργικός ορισμός είναι ανεπαρκής και υποαντιπροσωπεύει την έννοια. Αντιθέτως, αν σε αυτές τις μεταβλητές αποδοθούν συνιστώσες και διαστάσεις που δεν τους ανήκουν, αλλά αντιστοιχούν σε άλλες, πιθανόν συγγενείς αλλά διαφορετικές μεταβλητές, ο λειτουργικός ορισμός υπεραντιπροσωπεύει την έννοια. Και οι δύο περιπτώσεις οδηγούν σε σοβαρή διακύβευση της εννοιολογικής εγκυρότητας των αποτελεσμάτων της έρευνας. Για παράδειγμα, για τη μελέτη της συναισθηματικής νοημοσύνης, ο ερευνητής μπορεί να στηριχθεί στο μοντέλο του Goleman, σύμφωνα με το οποίο η συναισθηματική νοημοσύνη στηρίζεται σε πέντε διαστάσεις, την αυτεπίγνωση, την αυτορρύθμιση, τα κίνητρα συμπεριφοράς, την ενσυναίσθηση και τις κοινωνικές δεξιότητες. Θα πρέπει να καθοριστεί η μεταβλητή «συναισθηματική νοημοσύνη» και να διαχωριστεί από άλλες συναφείς εννοιολογικές κατασκευές.   
Μονολειτουργική μεροληψία: η απειλή αυτή αφορά τον πολύ περιορισμένο και μονοδιάστατο τρόπο χειρισμού της ανεξάρτητης ή εξαρτημένης μεταβλητής μιας έρευνας, και πιο συγκεκριμένα, σε μια μορφή ακούσιας μεροληψίας από πλευράς του ερευνητή, η οποία μπορεί να τον εμποδίσει να συλλάβει και να απεικονίσει στο σύνολό της και στο πλήρες εύρος της την έννοια που μελετά. Για παράδειγμα, ο ερευνητής εξετάζει την επίδραση των τεχνικών χαλάρωσης στην αντιμετώπιση του στρες μετρώντας τα τελικά επίπεδα του στρες με μια και μοναδική μέτρηση, με ένα μόνο εργαλείο. Ωστόσο, το στρες είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο και πολύπλοκο φαινόμενο που προξενείται από ποικίλους παράγοντες. Επομένως, για την ορθή μέτρηση του στρες θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν πολλές και διαφορετικές πηγές δεδομένων και περισσότερων από ένα ερευνητικών εργαλείων.
Μονομεθοδολογική μεροληψία: η απειλή αυτή αναφέρεται στον κίνδυνο που ενέχει η μέτρηση της εξαρτημένης ή και της ανεξάρτητης μεταβλητής με τη μόνιμη χρήση μιας μόνο μεθόδου. Για παράδειγμα, αν για όλες τις μεταβλητές μιας έρευνας που εξετάζει τη σχέση των χαρακτηριστικών εργασίας με το στρες χρησιμοποιούνται αποκλειστικά αυτοαναφορές των συμμετεχόντων μέσω διαβαθμιστικών κλιμάκων, ενδέχεται να οδηγηθούμε σε ποικίλα είδη μη έγκυρων αποτελεσμάτων για λόγους που σχετίζονται με αυτή τη μέθοδο μέτρησης.
Εναλλακτικά θα μπορούσαν να αναφερθούν οι εξής απειλές:
Προσπάθεια συμμετεχόντων να μαντέψουν τις ερευνητικές υποθέσεις
Προσδοκίες ερευνητή
Επικάλυψη εννοιών και διαστάσεων εννοιών
Αλληλεπίδραση διαφορετικών χειρισμών
(Απάντηση: Σταλίκας. Μέθοδοι έρευνας στην κλινική ψυχολογία, σ. 80-87)      



Κλινική ψυχολογία
Α Μέρος
Αναφέρετε τις βασικές διαφορές της ψυχαναλυτικής και γνωστικο-συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας ως προς τη θεωρητική βάση, τον σκοπό και τη μορφή της κλινικής παρέμβασης.
Β Μέρος
Α. Δώστε το όνομα και ένα παράδειγμα από το διεργασιακό λάθος του οποίου μια τυχαία συμπεριφορά εκλαμβάνεται ως χαρακτηριστική της προσωπικότητας.
Β. Τι στόχο έχει η νοοκατασκευαστική προσέγγιση ως τεχνική αμφισβήτησης των δυσλειτουργικών γνωσιών και δώστε τρία παραδείγματα ερωτήσεων.
Γ. Με βάση τα 4Σίγμα μια έγγαμης καταθλιπτικής γυναίκας δημιουργήστε και συμπληρώστε το βασικό πεντάστηλο.

Α Μέρος
Θεωρητική βάση:
Η ψυχανάλυση προσεγγίζει την προσωπικότητα του ατόμου, το φυσιολογικό και το παθολογικό μέσα από την ανάπτυξη και λειτουργία του ψυχικού οργάνου. Δίνει έμφαση στο ασυνείδητο, που μπορεί να προσεγγιστεί μέσα από τα όνειρα και τους ελεύθερους συνειρμούς. Το ψυχικό όργανο δομείται από το Προσυνειδητό, το Συνειδητό και το Ασυνείδητο, με βάση την πρώτη τοπική υπόθεση και με βάση το Εγώ, το Υπερεγώ και το Αυτό, με βάση τη δεύτερη τοπική υπόθεση. Σημαντικό ρόλο παίζει η παιδική ηλικία, τα τραύματα και οι συγκρούσεις που προέρχονται από τις σχέσεις του ατόμου με τα σημαντικά πρόσωπα που αναπτύσσει σχέση κατά τη βρεφική ηλικία. Η ανάπτυξη του ψυχικού οργάνου στηρίζεται στις ενορμήσεις, τις οποίες διέκρινε σε ενορμήσεις ζωής και ενορμήσεις θανάτου. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Freud στα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης.
Αντίθετα, η γνωστικοσυμπεριφοριστική προσέγγιση προσεγγίζει την προσωπικότητα του ατόμου μέσα από τις γνωσίες που μεσολαβούν ανάμεσα στα ερεθίσματα και τις απαντήσεις. Οι γνωσίες είναι σκέψεις, απόψεις, πεποιθήσεις, νοητικές εικόνες και ιδεολογίες που επηρεάζουν τον τρόπο που το άτομο επεξεργάζεται τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Σημαντικό ρόλο παίζουν τα σχήματα, που συμβάλλουν στη δόμηση της προσωπικότητας, δημιουργούνται κατά την παιδική ηλικία και αλλάζουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Τα σχήματα βρίσκονται στο κέντρο του γνωσιακού χάρτη, ενώ για την κατανόηση του γνωσιακού χάρτη το άτομο θα πρέπει να εντοπίσει τις αυτόματες σκέψεις και τις πυρηνικές πεποιθήσεις. Θεμελιώδη ρόλο παίζουν οι ιδέες που έχει το άτομο για τα γεγονότα/ ερεθίσματα και ο τρόπο που τα μεταφράζει με βάση το γνωσιακό του σύστημα. 
Επομένως, η ψυχανάλυση ασχολείται κυρίως με την ανάπτυξη και λειτουργία του ψυχικού οργάνου, δίνοντας έμφαση στην παιδική ηλικία, ενώ η γνωστικο-συμπεριφοριστική προσέγγιση ασχολείται με το τρίπτυχο σκέψη- συναίσθημα- συμπεριφορά, δίνοντας έμφαση στο παρόν και στον τρόπο που το γνωσιακό σύστημα του ατόμου επεξεργάζεται τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Η ψυχανάλυση ενδιαφέρεται για τις ανεπίλυτες συγκρούσεις και τα τραύματα, ενώ η γνωσιακή για τις δυσλειτουργικές γνωσίες, τις διαστρεβλωμένες σκέψεις και τα διεργασιακά λάθη.    
Σκοπός:
Σκοπός της ψυχανάλυσης είναι να αποκτήσει το άτομο πρόσβαση στο ασυνείδητο μέσα από τους ελεύθερους συνειρμούς και την επεξεργασία των ονείρων ώστε να επιλύσει συγκρούσεις και να επεξεργαστεί τραύματα που προέρχονται από την παιδική ηλικία. Αντίθετα, σκοπός της γνωστικής- συμπεριφοριστικής προσέγγισης είναι η ριζική γνωσιακή αναδόμηση, μέσα από τον εντοπισμό των δυσλειτουργικών σκέψεων, τον έλεγχο των γνωσιών και την τροποποίηση αυτών.
Μορφή κλινικής παρέμβασης:
Όσον αφορά την κλινική παρέμβαση, η ψυχανάλυση στηρίζεται στους ελεύθερους συνειρμούς και τη διεργασία των ονείρων. Ο ψυχαναλυτής είναι ουδέτερος, ψυχρός, απόμακρος και θα πρέπει να έχει καθρεφτική συμπεριφορά. Η σχέση καθώς και η θεραπευτική προσέγγιση στηρίζεται στη μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση. Βασικός στόχος είναι να μεταβιβάσει ο ασθενής στο πρόσωπο του θεραπευτή ασυνείδητες σκέψεις, επιθυμίες και ανεπίλυτες συγκρούσεις που προέρχονται από το παρελθόν. Σημαντικό ρόλο στην κλινική παρέμβαση παίζει η θεραπευτική συμμαχία, που αφορά την  επιθυμία του ασθενούς να συνεργαστεί και την προθυμία του να λάβει βοήθεια. Ο ρόλος του ψυχαναλυτή είναι ερμηνευτικός και στηρίζεται στη δόμηση της θεραπευτικής σχέσης, την ενσυναίσθηση, την αναδιατύπωση και τις ερμηνείες.
Η γνωσιακή- συμπεριφοριστική παρέμβαση επικεντρώνεται στο εδώ και τώρα, είναι δομημένη ως προς το πλαίσιο και το χρονικό όριο, στοχεύει στην επίλυση προβλημάτων και χρησιμοποιεί τεχνικές, όπως αυτοσκιαγράφηση, ημερολόγιο και 4 Σίγμα, υπέρπνοια και έκθεση στο ερέθισμα. Η θεραπευτική σχέση στηρίζεται στον συνεργατικό εμπειρισμό. Πρόκειται για μια ισότιμη και συνεργατική σχέση, όπου ο θεραπευόμενος έχει έναν ενεργό ρόλο. Στόχος είναι ο θεραπευόμενος να γίνει θεραπευτής του εαυτού του. Έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα, ενώ ο ρόλος του θεραπευτή είναι πιο καθοδηγητικός και παρεμβατικός. Σημαντικό ρόλο και σε αυτή την προσέγγιση παίζει η δόμηση της θεραπευτικής σχέσης, που θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ενσυναίσθηση από την πλευρά του θεραπευτή.  

Β Μέρος
Α. Το συγκεκριμένο διεργασιακό λάθος είναι η εσφαλμένη τιτλοφόρηση. Για παράδειγμα, μου έπεσε το ποτήρι από το χέρι, άρα είμαι απρόσεχτος στη ζωή μου.
Β. Η νοοκατασκευαστική προσέγγιση χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της γνωσιακής αναδόμησης, και στοχεύει στη μετάφραση ενός γεγονότος με έναν ή περισσότερους διαφορετικούς τρόπους. Ο νοοκατασκευαστικός τρόπος αμφισβήτησης στοχεύει στο να δώσει στο θεραπευόμενο εναλλακτικούς τρόπους ερμηνείας του κόσμου.
Παραδείγματα ερωτήσεων:
Αν συνέβαινε σε ένα φίλο σας αυτό που συνέβη σε εσάς τι θα τον συμβουλεύατε να σκεφτεί ή να πράξει;
Θα μπορούσατε να αποδώσετε κάπου αλλού αυτό που συνέβη;
Σας έτυχε κάτι παρόμοιο ποτέ στο παρελθόν; Πώς αντιδράσατε τότε; Γιατί δεν αντιδράσατε με τον ίδιο τρόπο που αντιδράτε τώρα;
    
Γ. Το πεντάστηλο για μια καταθλιπτική γυναίκα είναι το εξής:
Γεγονός/ κατάσταση
Σκέψεις
Συναισθήματα
Σωματικά συμπτώματα
Συμπεριφορές
Βρήκα μια φωτογραφία του γάμου μου
Γιατί να χωρίσουμε;
Τι έκανα λάθος;
Είμαι αβοήθητη.
Θλίψη.
Θυμός με τον εαυτό μου.
Ανημπόρια
Αδυναμία.
Πόνος στο στομάχι.
Κλάμα. Έμεινα στο κρεβάτι για το υπόλοιπο απόγευμα.

(Απάντηση: Βιβλίο Προσωπικότητα. 2ο και 4ο κεφάλαιο. Επιμέλεια: Ποταμιάνος & Αναγνωστόπουλος)