Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Το φαινόμενο του ενάρετου (holier-than-thou effect)

Το φαινόμενο του φαρισαϊσμού ή της υποκρισίας

Μια μελέτη εξέτασε το φαινόμενο του φαρισαϊσμού/ της υποκρισίας, γνωστό και ως φαινόμενο ‘’αγιότερος από εσένα’’ ή αλλιώς της ‘’υπερβολικά ενάρετης αυτοπαρουσίασης’’ (holier than thou effect) κατά το οποίο οι άνθρωποι περιγράφουν ότι είναι περισσότερο πιθανό να προβούν σε καλές πράξεις, όπως να δωρίσουν χρήματα για φιλανθρωπικό σκοπό, να προσφέρουν βοήθεια σε έναν ξένο ή να αποφύγουν να συμπεριφερθούν με αγένεια. Οι άνθρωποι πιστεύουν δηλαδή ότι είναι πιο ηθικοί και ότι είναι πιο πιθανό να υιοθετήσουν κοινωνικά επιθυμητές συμπεριφορές σε σύγκριση με τους άλλους. Αυτό το φαινόμενο αποτελεί μια μορφή γνωστικής μεροληψίας, όπου τα άτομα υπερεκτιμούν την πιθανότητα ή τη συχνότητα με την οποία θα επιδείξουν ενάρετη, ηθική, ευγενική, γενναιόδωρη ή κοινωνικά επιθυμητή συμπεριφορά σε σύγκριση με την πραγματική τους συμπεριφορά ή με εκείνη των άλλων. 

 

Πιο αναλυτικά, το φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται με δύο τρόπους. Πρώτον, τα άτομα εκτιμούν ότι είναι πιο πιθανό από τους συνομηλίκους τους να ενεργήσουν με ηθικό, αλτρουιστικό ή κοινωνικά αποδεκτό τρόπο, γεγονός που αποτελεί μια μορφή του γνωστού φαινομένου «άνω του μέσου όρου» (better-than-average effect). Δεύτερον, όταν οι προβλέψεις αυτές συγκρίνονται με την πραγματική συμπεριφορά, διαπιστώνεται ότι οι άνθρωποι υπερεκτιμούν σημαντικά τον εαυτό τους, ενώ οι προβλέψεις τους για τη συμπεριφορά των άλλων είναι αρκετά πιο ακριβείς.

Συμμετέχοντες από ατομικιστικές κουλτούρες, όπως Άγγλοι και Γερμανοί ήταν περισσότερο πιθανό να περιγράψουν τον εαυτό τους ως καλύτερο από όσο πραγματικά ήταν, σε σύγκριση με συμμετέχοντες από συλλογικά προσανατολισμένες κουλτούρες, όπως ισπανόφωνοι και Αμερικανοί κινεζικής καταγωγής. Αυτή η μεροληψία ίσχυε μόνο για τις αντιλήψεις που αφορούσαν τον εαυτό: τόσο τα μέλη των συλλογικά προσανατολισμένων όσο και αυτά των ατομικιστικών κοινωνιών ήταν εξίσου ακριβή στην πρόβλεψη της μελλοντικής ηθικής και ενάρετης συμπεριφοράς των οικείων τους.

Επομένως, οι άνθρωποι που προέρχονται από συλλογικές κοινωνίες επηρεάζονται λιγότερο από το φαινόμενο αυτό (holier-than-thou) και γενικά προβλέπουν τη συμπεριφορά τους με μεγαλύτερη ακρίβεια και αντικειμενικότητα. Αντίθετα, οι άνθρωποι που προέρχονται από ατομικιστικές κοινωνίες υπερεκτιμούν την αλτρουιστική τους δράση και πραγματοποιούν λιγότερο ρεαλιστικές αξιολογήσεις για τον εαυτό τους, προσπαθώντας να παρουσιάσουν μια όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα για τους ίδιους.  

 

Πηγή:

Balcetis, E., Dunning, D. & Miller, R.L. (2008). Do collectivists know themselves better than individualists? Cross-cultural studies of the holier than thou phenomenon. Journal of Personality and Social Psychology, 95(6), 1252-1267.

Funder, D.C. (2025). Το παζλ της προσωπικότητας. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Το φαινόμενο Rosenthal: Φαινόμενο Πυγμαλίωνα

Οι προσδοκίες που έχουμε για τους άλλους μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη συμπεριφορά και την απόδοσή τους. Ο κοινωνικός ψυχολόγος Robert Rosenthal απέδειξε ότι ακόμη και όταν οι προσδοκίες βασίζονται σε λανθασμένες πληροφορίες, μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματικές αλλαγές στα αποτελέσματα.

 

Αρχικά, σε ένα πείραμα με εργαστηριακούς αρουραίους, οι φοιτητές πίστεψαν ότι κάποιοι αρουραίοι ήταν πιο «έξυπνοι» από άλλους, παρότι όλοι ήταν ίδιοι. Χωρίς να το συνειδητοποιούν, οι φοιτητές φέρθηκαν με περισσότερη φροντίδα και θετική διάθεση στους υποτιθέμενους «έξυπνους» αρουραίους, οι οποίοι τελικά είχαν καλύτερη απόδοση.

Στη συνέχεια, ο Rosenthal και η Lenore Jacobson μετέφεραν την έρευνα στο σχολείο. Ενημέρωσαν εκπαιδευτικούς ότι ορισμένοι μαθητές είχαν μεγάλες προοπτικές επιτυχίας, ενώ στην πραγματικότητα είχαν επιλεγεί τυχαία. Έναν χρόνο αργότερα, οι μαθητές αυτοί παρουσίασαν σημαντική βελτίωση, επειδή οι δάσκαλοι τους παρείχαν περισσότερη ενθάρρυνση, προσοχή και υποστήριξη. Το φαινόμενο αυτό ονομάστηκε Φαινόμενο του Πυγμαλίωνα ή αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Αν και η θεωρία δέχθηκε κριτική επειδή δεν λαμβάνει πλήρως υπόψη κοινωνικούς παράγοντες, όπως η φτώχεια και οι ανισότητες, μεταγενέστερες έρευνες σε σχολεία, δικαστήρια, νοσοκομεία και άλλους χώρους επιβεβαίωσαν ότι οι προσδοκίες επηρεάζουν ουσιαστικά τη συμπεριφορά και τα αποτελέσματα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η μη λεκτική επικοινωνία. Ο τόνος της φωνής, οι εκφράσεις του προσώπου, οι χειρονομίες και η στάση του σώματος μεταφέρουν τις προσδοκίες μας συχνά πιο έντονα από τα λόγια. Έρευνες έδειξαν ότι ασθενείς και άλλοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται αυτές τις ανεπαίσθητες ενδείξεις και επηρεάζονται από αυτές.

Ο ψυχολόγος Daniel Goleman υποστήριξε ότι η ενσυναίσθηση και η αυτογνωσία είναι απαραίτητες για να περιορίσουμε τις προκαταλήψεις μας και να δημιουργούμε θετικές σχέσεις. Παρόμοια, η ψυχίατρος Helen Reiss έδειξε ότι όταν οι γιατροί εκπαιδεύονται στην ενσυναίσθηση και στη μη λεκτική επικοινωνία, βελτιώνεται σημαντικά η σχέση τους με τους ασθενείς.

Ο Rosenthal τόνισε ότι δεν υπάρχει μια απλή συνταγή επιτυχίας ούτε συγκεκριμένες συμπεριφορές που λειτουργούν πάντα. Η αποτελεσματική επικοινωνία προκύπτει από τον συνδυασμό λεκτικών, μη λεκτικών και συναισθηματικών στοιχείων, ενώ βασική προϋπόθεση είναι η αναγνώριση των προσωπικών μας προκαταλήψεων και προσδοκιών.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι προσδοκίες μας επηρεάζουν τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε στους άλλους, και αυτή η συμπεριφορά μπορεί να ενισχύσει ή να περιορίσει τις δυνατότητές τους. Όταν αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους με εμπιστοσύνη, σεβασμό και πίστη στις ικανότητές τους, αυξάνουμε τις πιθανότητες να εξελιχθούν και να πετύχουν.

Όπως είπε και ο Γκαίτε: «Φερθείτε στους ανθρώπους σαν να είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι και τους βοηθάτε να γίνουν αυτό που είναι ικανοί να είναι.»

 

Πηγή:

https://www.psychologytoday.com/us/blog/raising-resilient-children/202505/understanding-the-pygmalion-effect.

Ευαισθησία στον έπαινο και την τιμωρία

Ο Jeffrey Gray διατύπωσε μια εναλλακτική βιολογική προσέγγιση για την κατανόηση της προσωπικότητας, γνωστή ως θεωρία ευαισθησίας στην ενίσχυση. Η θεωρία αυτή βασίστηκε σε πειραματικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν κυρίως σε ζώα και επικεντρώθηκαν στη λειτουργία του εγκεφάλου και στον τρόπο με τον οποίο αυτός ανταποκρίνεται σε ερεθίσματα που σχετίζονται με την επιβράβευση, την τιμωρία και την αποφυγή. Με βάση τα ευρήματα αυτά, ο Gray ανέπτυξε ένα μοντέλο για την ανθρώπινη προσωπικότητα, σύμφωνα με το οποίο η συμπεριφορά επηρεάζεται σημαντικά από δύο βασικά υποθετικά βιολογικά συστήματα του εγκεφάλου: το σύστημα ενεργοποίησης της συμπεριφοράς (Behavioral Activation System – BAS) και το σύστημα αναστολής της συμπεριφοράς (Behavioral Inhibition System – BIS).

 

Το BAS σχετίζεται κυρίως με την ανταπόκριση του ατόμου σε ερεθίσματα που σηματοδοτούν πιθανή επιβράβευση ή επίτευξη ενός επιθυμητού στόχου. Η λειτουργία του συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το ντοπαμινεργικό σύστημα και ενισχύει την τάση του ατόμου να προσεγγίζει και να επιδιώκει τα ερεθίσματα που θεωρεί ανταποδοτικά. Όταν το BAS αντιληφθεί ένα ερέθισμα ως πιθανή πηγή επιβράβευσης, ενεργοποιεί την κατάλληλη συμπεριφορά, ωθώντας το άτομο να κινηθεί προς τον στόχο του.

Αντίθετα, το BIS ενεργοποιείται κυρίως όταν το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με ενδείξεις τιμωρίας, απογοήτευσης, σύγκρουσης ή αβεβαιότητας. Η λειτουργία του είναι να περιορίζει ή να αναστέλλει μια ήδη εκδηλωμένη συμπεριφορά, αλλά και να ενισχύει την τάση για αποφυγή καταστάσεων που ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες. Με άλλα λόγια, το BIS λειτουργεί ως ένας μηχανισμός που βοηθά το άτομο να αξιολογεί πιθανούς κινδύνους και να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ώστε να αποφύγει δυσάρεστες εμπειρίες.

Για να γίνει πιο κατανοητή η λειτουργία των δύο συστημάτων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μεταφορική εικόνα ενός αυτοκινήτου. Το BAS λειτουργεί σαν επιταχυντής, καθώς κινητοποιεί το άτομο να δράσει, να προσεγγίσει έναν στόχο και να αναζητήσει επιβράβευση. Αντίθετα, το BIS μοιάζει περισσότερο με φρένο, καθώς περιορίζει τη συμπεριφορά, επιβραδύνει την αντίδραση ή οδηγεί το άτομο στην απομάκρυνση από μια δυνητικά δυσάρεστη κατάσταση.

Σύμφωνα με τον Gray, οι άνθρωποι δεν διαθέτουν τα δύο αυτά συστήματα στον ίδιο βαθμό. Αντίθετα, παρουσιάζουν ατομικές διαφορές ως προς την ευαισθησία και την ενεργοποίηση του BIS και του BAS. Ένα άτομο με ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ή ευαίσθητο BIS αντιδρά εντονότερα σε ενδείξεις τιμωρίας, αποτυχίας, απογοήτευσης ή αβεβαιότητας. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να βιώνει συχνότερα δυσάρεστα συναισθήματα, όπως άγχος, φόβο και θλίψη, καθώς είναι περισσότερο προσανατολισμένο στην ανίχνευση πιθανών απειλών και στην αποφυγή αρνητικών συνεπειών. Για τον Gray, η λειτουργία του BIS συνδέεται επομένως με τη διάσταση του άγχους στην προσωπικότητα.

Από την άλλη πλευρά, ένα άτομο με υψηλή ευαισθησία του BAS ανταποκρίνεται πιο έντονα σε ερεθίσματα που σηματοδοτούν επιβράβευση, επιτυχία ή την επίτευξη ενός επιθυμητού στόχου. Τα άτομα αυτά είναι περισσότερο πιθανό να βιώνουν θετικά συναισθήματα, όπως ενθουσιασμό και χαρά, και να αναλαμβάνουν δράση προκειμένου να αποκτήσουν την επιθυμητή ανταμοιβή. Καθώς πλησιάζουν στην επίτευξη του στόχου τους, η ικανότητά τους να περιορίζουν ή να ελέγχουν την παρορμητική συμπεριφορά μπορεί να μειώνεται. Για τον λόγο αυτό, ο Gray συνέδεσε το BAS με τη διάσταση του παρορμητισμού, δηλαδή με την τάση του ατόμου να δρα γρήγορα και να ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα χωρίς να αναστέλλει εύκολα την αντίδρασή του.

Συνολικά, η θεωρία του Gray υποστηρίζει ότι σημαντικές πλευρές της προσωπικότητας μπορούν να κατανοηθούν μέσα από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και αλληλεπιδρούν τα συστήματα BAS και BIS. Οι ατομικές διαφορές στην ευαισθησία απέναντι στην επιβράβευση και στην τιμωρία συμβάλλουν, σύμφωνα με τη θεωρία, στη διαμόρφωση διαφορετικών προτύπων συναισθηματικής και συμπεριφορικής ανταπόκρισης. Έτσι, η αυξημένη ευαισθησία του BIS συνδέεται κυρίως με το άγχος και την αποφυγή, ενώ η αυξημένη ευαισθησία του BAS σχετίζεται περισσότερο με την αναζήτηση επιβράβευσης, τη θετική συναισθηματικότητα και τον παρορμητισμό.

Πηγή:

Gray, J. A. (1970). The psychophysiological basis of introversion-extraversion. Behaviour Research and Therapy, 8(3), 249–266.

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

 

Τοξική ψύχωση: Ο Τρελός Καπελάς στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων

Η έκθεση του ανθρώπου σε βαρέα μέταλλα, όπως το κάδμιο, το αρσενικό, ο υδράργυρος, ο μόλυβδος και το χρώμιο, αποτελεί σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο. Η αυξανόμενη βιομηχανική δραστηριότητα, αλλά και η χρήση ορισμένων ουσιών στη γεωργία και την ιατρική, έχουν συμβάλει στην ενίσχυση της ανθρώπινης έκθεσης σε αυτές τις τοξικές ουσίες. Μεταξύ των βαρέων μετάλλων, ο υδράργυρος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας των σημαντικών επιδράσεών του στο νευρικό σύστημα.

Η δηλητηρίαση από υδράργυρο μπορεί να συνδέεται με σοβαρές νευρολογικές και συμπεριφορικές διαταραχές. Ανάλογα με τον βαθμό και τη διάρκεια της έκθεσης, μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα όπως διαταραχές της μνήμης, καταθλιπτική διάθεση, παράνοια, προβλήματα στον συντονισμό των κινήσεων, αταξία, καθώς και ψευδαισθήσεις. Οι εκδηλώσεις αυτές καταδεικνύουν την ιδιαίτερη ευαισθησία του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος στην τοξική δράση του υδραργύρου.

Ο υδράργυρος απαντάται στο περιβάλλον σε διαφορετικές χημικές μορφές, μεταξύ των οποίων ο στοιχειακός, ο ανόργανος και ο οργανικός υδράργυρος. Ιδιαίτερη σημασία για τη δημόσια υγεία έχει ο μεθυλυδράργυρος, ο οποίος μπορεί να σχηματιστεί στα υδάτινα οικοσυστήματα μέσω μικροβιακών διεργασιών. Η ουσία αυτή μπορεί στη συνέχεια να συσσωρευτεί στους οργανισμούς που ζουν στο νερό και, μέσω της τροφικής αλυσίδας, να μεταφερθεί στα ψάρια και σε άλλα υδρόβια ζώα που καταναλώνονται από τον άνθρωπο.

Ο μεθυλυδράργυρος θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνος για πληθυσμούς που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ποτάμια και λίμνες για την εξασφάλιση τροφής και την επιβίωσή τους. Μετά την κατανάλωση μολυσμένης τροφής, ο μεθυλυδράργυρος απορροφάται σε μεγάλο ποσοστό από το γαστρεντερικό σύστημα και μπορεί να μεταφερθεί σε διάφορους ιστούς του οργανισμού. Ιδιαίτερα ευάλωτο είναι το κεντρικό νευρικό σύστημα, καθώς ο μεθυλυδράργυρος έχει τη δυνατότητα να διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Παράλληλα, μπορεί να περάσει και τον αιματοπλακουντιακό φραγμό, γεγονός που καθιστά το αναπτυσσόμενο έμβρυο ιδιαίτερα ευαίσθητο στις επιδράσεις του.

Η έκθεση κατά την εγκυμοσύνη έχει συνδεθεί με αυξημένες συγκεντρώσεις υδραργύρου στο αίμα του ομφάλιου λώρου, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο υδράργυρος μπορεί να μεταφερθεί από τη μητέρα στο έμβρυο. Επιπλέον, ερευνητικά δεδομένα έχουν δείξει ότι τόσο η προγεννητική όσο και η μεταγεννητική έκθεση στον υδράργυρο ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη νευρολογική ανάπτυξη των παιδιών. Μεταξύ των πιθανών επιπτώσεων έχουν αναφερθεί δυσκολίες στη μνήμη και στη συγκέντρωση, καθώς και αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων που σχετίζονται με τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας (ADHD).

Σε κυτταρικό επίπεδο, ο μεθυλυδράργυρος μπορεί να εισέλθει στον εγκέφαλο αξιοποιώντας μηχανισμούς μεταφοράς αμινοξέων. Συγκεκριμένα, μπορεί να συνδεθεί με την L-κυστεΐνη και να μεταφερθεί μέσω συστημάτων μεταφοράς που υπάρχουν στα κύτταρα του αιματοεγκεφαλικού φραγμού. Με αυτόν τον τρόπο, φτάνει στα νευρικά και νευρογλοιακά κύτταρα, όπου μπορεί να προκαλέσει σημαντικές βιοχημικές διαταραχές.

Η παρουσία μεθυλυδραργύρου στον νευρικό ιστό μπορεί να οδηγήσει σε οξειδωτικό στρες, να ενισχύσει τη διεγερτοτοξικότητα και να προκαλέσει νευροφλεγμονώδεις αντιδράσεις. Παράλληλα, μπορεί να επηρεάσει τη φυσιολογική λειτουργία των νευροδιαβιβαστών και, κατ’ επέκταση, την επικοινωνία μεταξύ των νευρικών κυττάρων. Οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί μπορούν να συμβάλουν στην εμφάνιση γνωστικών, κινητικών και συναισθηματικών διαταραχών που παρατηρούνται σε περιπτώσεις σημαντικής έκθεσης στον υδράργυρο.

Επομένως, η νευροτοξικότητα του υδραργύρου αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα, καθώς οι επιδράσεις του δεν περιορίζονται μόνο σε σωματικές δυσλειτουργίες, αλλά μπορούν να επηρεάσουν τη γνωστική λειτουργία, τη συναισθηματική κατάσταση και τη συμπεριφορά του ατόμου. Αυτό καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τη μελέτη της σχέσης μεταξύ της έκθεσης στον υδράργυρο και των συμπτωμάτων που εμφανίζονται σε λογοτεχνικούς χαρακτήρες, όπως ο Τρελός Καπελάς στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.

Το νευρικό σύστημα μπορεί να υποστεί βλάβη όταν εκτεθεί σε οποιαδήποτε τοξική χημική ουσία που μπορεί να εισέλθει στη γενική κυκλοφορία μέσω της γαστρεντερικής οδού, μέσω των πνευμόνων ή μέσω του δέρματος. Βαρέα μέταλλα, όπως ο υδράργυρος και ο μόλυβδος συγκεντρώνονται στον εγκέφαλο και προκαλούν μόνιμη βλάβη οδηγώντας σε τοξική ψύχωση (χρόνια ψυχική ασθένεια που παράγεται από μια νευροτοξίνη). Ο Τρελός Καπελάς στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων είναι καπελάς, καθώς οι καπελάδες συνήθως τρελαίνονταν από τον υδράργυρο που περιείχε η τσόχα που χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν τα καπέλα. Η λέξη παλαβός αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την τοξική ψύχωση που παρατηρήθηκε σε κάποιους κατοίκους της Αγγλίας –κυρίως στους φτωχούς- που βουτούσαν το τσάι τους σε ραγισμένα κεραμικά δοχεία που αποτελούνταν από μόλυβδο.

Ο Τρελός Καπελάς αποτελεί έναν από τους πιο παράξενους και χαρακτηριστικούς χαρακτήρες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων. Η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από ασυνήθιστο τρόπο ομιλίας, απότομες μεταβολές στη συμπεριφορά, σύγχυση, παράλογους συλλογισμούς και μια γενικότερη αίσθηση αποδιοργάνωσης.

 

Πηγή:

Waldron, H. A. (1983). Did the Mad Hatter have mercury poisoning? British Medical Journal, 287.

https://www.cshp.ca/site/Content/News/news-items/clinical-pearls-mercury-toxicity.aspx?WebsiteKey=0c648ab0-50ba-4f43-9d77-13eecc1832e4.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

Η θεωρία του Hebb για το βέλτιστο επίπεδο διέγερσης

Ο Donald Hebb ανέπτυξε τη θεωρία του βέλτιστου επιπέδου διέγερσης, η οποία αποτέλεσε σημαντική βάση για την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και αξιοποιήθηκε αργότερα από τον Hans Eysenck στο πλαίσιο της θεωρίας του για την εξωστρέφεια. Σύμφωνα με τον Hebb, ο άνθρωπος δεν επιδιώκει απλώς την αποφυγή της έντασης ή τη διατήρηση μιας κατάστασης ηρεμίας. Αντίθετα, φαίνεται να διαθέτει μια εσωτερική τάση να αναζητά και να διατηρεί ένα συγκεκριμένο, προσωπικά κατάλληλο επίπεδο διέγερσης, στο οποίο αισθάνεται λειτουργικός, ενεργός και ψυχολογικά ισορροπημένος.

 

Όταν το επίπεδο διέγερσης βρίσκεται χαμηλότερα από το επιθυμητό ή βέλτιστο σημείο, το άτομο μπορεί να αισθανθεί ανία, ατονία ή έλλειψη ενδιαφέροντος. Σε μια τέτοια κατάσταση είναι πιθανό να αναζητήσει δραστηριότητες, ερεθίσματα ή εμπειρίες που θα αυξήσουν τη διέγερσή του. Αντίθετα, όταν η διέγερση υπερβαίνει το επίπεδο που μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά, είναι πιθανό να επιδιώξει τη μείωσή της, αναζητώντας ηρεμία, απομόνωση ή ένα πιο ήσυχο περιβάλλον. Επομένως, η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ως μια διαρκής προσπάθεια ρύθμισης της διέγερσης, ώστε να επιτευχθεί μια κατάσταση ισορροπίας.

Η συγκεκριμένη θεωρητική προσέγγιση ήταν αρκετά καινοτόμος και αμφιλεγόμενη για την εποχή της. Οι περισσότερες τότε θεωρίες υποστήριζαν ότι βασικός στόχος της ανθρώπινης συμπεριφοράς ήταν η μείωση της έντασης και η επιστροφή του οργανισμού σε μια κατάσταση ηρεμίας. Ο Hebb, ωστόσο, πρότεινε μια διαφορετική οπτική: υποστήριξε ότι ο άνθρωπος δεν κινητοποιείται μόνο για να περιορίσει την ένταση, αλλά και για να αναζητήσει ενεργά ερεθίσματα, νέες εμπειρίες και ένα ορισμένο επίπεδο ενεργοποίησης. Με άλλα λόγια, η διέγερση δεν αποτελεί πάντοτε κάτι που πρέπει να αποφεύγεται· σε κατάλληλο βαθμό μπορεί να είναι επιθυμητή και να λειτουργεί ως κίνητρο για δράση.

Η θεωρία αυτή μπορεί να εξηγήσει πολλές συμπεριφορές της καθημερινής ζωής που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να κατανοηθούν. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι συχνά απολαμβάνουν να λύνουν γρίφους, να αντιμετωπίζουν προβλήματα, να βιώνουν μικρές εκπλήξεις ή ανατροπές και να ασχολούνται με δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική ή σωματική προσπάθεια. Παρόλο που αυτές οι εμπειρίες μπορεί να προκαλούν προσωρινή ένταση, ταυτόχρονα προσφέρουν ενδιαφέρον, ενεργοποίηση και αίσθηση ικανοποίησης. Ακόμη και η περιστασιακή ανάληψη ρίσκου μπορεί να ερμηνευθεί με βάση αυτή την ανάγκη για διέγερση. Ορισμένα άτομα επιλέγουν δραστηριότητες που προκαλούν έντονα συναισθήματα, όπως ενθουσιασμό, αγωνία ή φόβο, ακριβώς επειδή αυτές οι εμπειρίες αυξάνουν το επίπεδο ενεργοποίησης και δημιουργούν μια έντονη αίσθηση ζωντάνιας.

Από αυτή την άποψη, η θεωρία του Hebb συνδέεται και με τις ατομικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ανάγκη για ένταση, ποικιλία και καινούργια ερεθίσματα. Κάποιοι μπορεί να αισθάνονται πιο άνετα σε ήρεμα και προβλέψιμα περιβάλλοντα, ενώ άλλοι χρειάζονται περισσότερη δράση, κοινωνική αλληλεπίδραση και εναλλαγές για να αισθανθούν ικανοποιημένοι. Η διαφοροποίηση αυτή συνδέθηκε αργότερα με την έννοια της εξωστρέφειας στη θεωρία του Eysenck, σύμφωνα με την οποία τα εξωστρεφή άτομα θεωρείται ότι έχουν διαφορετικό βασικό επίπεδο διέγερσης και, ως εκ τούτου, μπορεί να αναζητούν περισσότερα εξωτερικά ερεθίσματα.

Η άποψη του Hebb ότι το ανθρώπινο νευρικό σύστημα χρειάζεται ερεθίσματα και αισθητηριακή ενεργοποίηση ενισχύεται και από τα ευρήματα των ερευνών σχετικά με την αισθητηριακή αποστέρηση. Όταν ένα άτομο στερείται για σημαντικό χρονικό διάστημα τα συνήθη αισθητηριακά ερεθίσματα από το περιβάλλον του, μπορεί να εμφανίσει δυσφορία, ανησυχία, δυσκολία συγκέντρωσης και άλλες μεταβολές στην ψυχολογική του κατάσταση. Αυτό υποδεικνύει ότι ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα δεν λειτουργούν ιδανικά σε συνθήκες πλήρους απουσίας ερεθισμάτων, αλλά φαίνεται να χρειάζονται τουλάχιστον ένα βασικό επίπεδο αισθητηριακής και περιβαλλοντικής ενεργοποίησης.

Συνεπώς, η θεωρία του Hebb προσφέρει μια διαφορετική κατανόηση των ανθρώπινων κινήτρων. Η συμπεριφορά μας δεν καθοδηγείται αποκλειστικά από την ανάγκη αποφυγής της δυσφορίας και της έντασης, αλλά και από την επιθυμία να βιώνουμε ένα κατάλληλο επίπεδο διέγερσης. Η αναζήτηση νέων εμπειριών, η περιέργεια, η επίλυση προβλημάτων, η εξερεύνηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάληψη κινδύνων μπορούν να θεωρηθούν εκφράσεις αυτής της βασικής ανάγκης του ανθρώπου να διατηρεί μια δυναμική ισορροπία ανάμεσα στην υποδιέγερση και την υπερδιέγερση.

 

Πηγή:

Larsen, R. & Buss, D. (2020). Ψυχολογία της προσωπικότητας. Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Εκδόσεις Παπαζήση.  

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

Το τρισδιάστατο μοντέλο της προσωπικότητας

Του Cloninger

Υπάρχουν θεωρίες προσωπικότητας που στηρίζονται στους νευροδιαβιβαστές, που εμπλέκονται στην επικοινωνία ανάμεσα στους νευρώνες που μεταφέρουν πληροφορίες από και προς τον εγκέφαλο. Τρεις από τους πιο γνωστούς νευροδιαβιβαστές είναι η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη και η νορεπινεφρίνη. Το τρισδιάστατο μοντέλο προσωπικότητας του Cloninger εμπλέκει τους τρεις προαναφερθέντες νευροδιαβιβαστές με χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. 

 

Στο μοντέλο του Cloninger, η προσωπικότητα συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη λειτουργία συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών και με τον τρόπο με τον οποίο αυτοί επηρεάζουν τη συμπεριφορά, τα κίνητρα και τις συναισθηματικές αντιδράσεις του ατόμου. Ο Cloninger πρότεινε τρία βασικά χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας: την αναζήτηση της καινοτομίας, την αποφυγή βλάβης και την εξάρτηση από την επιβράβευση. Κάθε ένα από αυτά θεωρείται ότι σχετίζεται με διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς.

Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η αναζήτηση της καινοτομίας. Σύμφωνα με τον Cloninger, η τάση αυτή συνδέεται με τη λειτουργία της ντοπαμίνης και ιδιαίτερα με σχετικά χαμηλή βασική δραστηριότητα του συγκεκριμένου νευροδιαβιβαστή. Το άτομο, σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να έχει μεγαλύτερη ανάγκη για νέα, έντονα και ενδιαφέροντα ερεθίσματα, τα οποία ενεργοποιούν το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Η αναζήτηση νέων εμπειριών, συγκινήσεων και ενθουσιασμού μπορεί επομένως να λειτουργεί ως ένας τρόπος αύξησης της ενεργοποίησης και της ευχαρίστησης. Τα άτομα που παρουσιάζουν έντονα αυτό το χαρακτηριστικό είναι πιθανότερο να έλκονται από την εξερεύνηση, τις αλλαγές, τις νέες δραστηριότητες και τις εμπειρίες που διαφοροποιούνται από τη συνηθισμένη καθημερινότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάγκη για συνεχή διέγερση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε παρορμητικές επιλογές ή σε αναζήτηση έντονων εμπειριών.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αποφυγή βλάβης, η οποία συνδέεται κυρίως με τη λειτουργία της σεροτονίνης. Ο Cloninger, ωστόσο, δεν υποστηρίζει ότι υπάρχει μια απλή και άμεση σχέση ανάμεσα στην ποσότητα της σεροτονίνης και στον βαθμό αποφυγής βλάβης. Η σχέση αυτή είναι περισσότερο σύνθετη και επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σεροτονινεργικό σύστημα σε διαφορετικές συνθήκες. Για παράδειγμα, οι μεταβολές στη σεροτονίνη έχουν συσχετιστεί με τη διάθεση, το άγχος και την αντίδραση του οργανισμού στο στρες. Επομένως, είναι σημαντικό να διακρίνουμε τις προσωρινές μεταβολές της σεροτονίνης που μπορεί να εμφανίζονται ως αντίδραση σε μια αγχωτική κατάσταση από τη μακροχρόνια λειτουργία του συστήματος, η οποία μπορεί να σχετίζεται με σταθερότερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας.

Η αποφυγή βλάβης αφορά την τάση του ατόμου να προβλέπει και να αποφεύγει καταστάσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν σε πόνο, αποτυχία, κίνδυνο ή δυσάρεστες συνέπειες. Τα άτομα που παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα αυτού του χαρακτηριστικού τείνουν να είναι περισσότερο ενεργητικά, κοινωνικά, τολμηρά και αισιόδοξα. Συνήθως δεν ανησυχούν υπερβολικά για πιθανούς κινδύνους και είναι περισσότερο πρόθυμα να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Αντίθετα, τα άτομα με υψηλή αποφυγή βλάβης χαρακτηρίζονται συχνότερα από προσοχή, επιφυλακτικότητα και συγκράτηση. Μπορεί να είναι περισσότερο ντροπαλά ή αγχώδη και να σκέφτονται επανειλημμένα τις πιθανές αρνητικές συνέπειες μιας επιλογής. Έχουν την τάση να αναζητούν προσεκτικά ενδείξεις κινδύνου και να προετοιμάζονται για πιθανά δυσάρεστα γεγονότα, ακόμη και όταν αυτά δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβούν.

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η εξάρτηση από την επιβράβευση, η οποία στο αρχικό μοντέλο του Cloninger συνδέθηκε με τη λειτουργία της νορεπινεφρίνης. Το χαρακτηριστικό αυτό αναφέρεται στην τάση του ατόμου να διατηρεί μια συμπεριφορά όταν αυτή έχει στο παρελθόν οδηγήσει σε θετική ενίσχυση ή ανταμοιβή. Τα άτομα που παρουσιάζουν υψηλή εξάρτηση από την επιβράβευση είναι πιθανό να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην αναγνώριση, την αποδοχή και την επιβράβευση από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Συχνά επιμένουν στους στόχους τους και συνεχίζουν να καταβάλλουν προσπάθεια ακόμη και όταν η ανταμοιβή δεν είναι άμεση.

Η επιμονή τους μπορεί να γίνει ιδιαίτερα εμφανής στο εργασιακό ή ακαδημαϊκό περιβάλλον. Για παράδειγμα, μπορεί να εργάζονται για πολλές ώρες, να επενδύουν σημαντική προσπάθεια σε μια δραστηριότητα και να συνεχίζουν να προσπαθούν ακόμη και όταν οι γύρω τους έχουν σταματήσει. Η προσδοκία ότι η προσπάθεια θα οδηγήσει τελικά σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα μπορεί να λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για τη διατήρηση της συμπεριφοράς.

Συνολικά, το μοντέλο του Cloninger επιχειρεί να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την αναζήτηση νέων εμπειριών, την αντίδραση απέναντι στον κίνδυνο και την επιμονή στην επιδίωξη ανταμοιβών. Οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στη βιολογία, καθώς η προσωπικότητα διαμορφώνεται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση βιολογικών προδιαθέσεων, εμπειριών, μάθησης και περιβαλλοντικών επιδράσεων. Ωστόσο, η προσέγγιση του Cloninger ανέδειξε τη σημαντική συμβολή των νευροβιολογικών μηχανισμών στην κατανόηση της ανθρώπινης προσωπικότητας και της διαφορετικότητας της συμπεριφοράς.

 

Πηγή:

Larsen, R. & Buss, D. (2020). Ψυχολογία της προσωπικότητας. Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Εκδόσεις Παπαζήση.  

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

Είσαι πρωινός ή βραδινός τύπος προσωπικότητας;

Ενδεχομένως είστε ο τύπος του ανθρώπου που του αρέσει να ξυπνάει αργά και να παραμένει ξύπνιος μέχρι αργά, αφήνοντας τις σχολικές εργασίες για αργά το απόγευμα, οπότε και αισθάνεστε καλύτερα.

Ή ενδεχομένως είτε ένα πιο πρωινό άτομο, που συνήθως ξυπνάει νωρίς, χωρίς βοήθεια από το ξυπνητήρι. Επίσης, όπως συνηθίζετε να κάνετε όλες τις σημαντικές σας δουλειές νωρίς μέσα στην ημέρα, όταν αισθάνεστε καλύτερα, και κοιμάστε σχετικά νωρίς το βράδυ. Το να είναι κανείς πρωινός ή βραδινός τύπος φαίνεται να αποτελεί μια σταθερή διαφορά μεταξύ των ατόμων ως προς την προτίμηση για διαφορετικές ώρες της ημέρας. Ο πρωινός τύπος (morningness) και ο βραδινός τύπος (eveningness) αποτελούν δύο τύπους προσωπικότητας, που φέρουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. 

 

Οι διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στους ανθρώπους που χαρακτηρίζονται ως «πρωινοί τύποι» και σε εκείνους που προτιμούν να λειτουργούν περισσότερο το βράδυ φαίνεται να συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με τον βιολογικό τους ρυθμό. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, αλλά παρουσιάζει επαναλαμβανόμενες μεταβολές στη σωματική και ψυχολογική του λειτουργία. Πολλές από αυτές τις μεταβολές επαναλαμβάνονται μέσα σε έναν κύκλο περίπου 24 ωρών και αποτελούν αυτό που ονομάζεται κιρκάδιος ρυθμός. Πρόκειται για έναν εσωτερικό βιολογικό μηχανισμό που επηρεάζει τον ύπνο και την εγρήγορση, τη θερμοκρασία του σώματος, την έκκριση ορμονών, την ενέργεια και γενικότερα την καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ημερήσιες μεταβολές της σωματικής θερμοκρασίας και της ορμονικής δραστηριότητας. Η θερμοκρασία του σώματος δεν παραμένει σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου, αλλά συνήθως αυξάνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια της ημέρας, φτάνοντας σε υψηλότερα επίπεδα προς το απόγευμα ή το βράδυ, ενώ μειώνεται κατά τις νυχτερινές και πρώτες πρωινές ώρες. Παρόμοιες διακυμάνσεις παρατηρούνται και σε διάφορες ορμονικές λειτουργίες, οι οποίες συμβάλλουν στη ρύθμιση του ύπνου, της εγρήγορσης και της ενεργειακής κατάστασης του οργανισμού.

Με βάση αυτές τις βιολογικές διαφοροποιήσεις, ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν έναν πιο «πρώιμο» κιρκάδιο ρυθμό, ενώ άλλοι έναν πιο «όψιμο». Τα άτομα με πρώιμο βιολογικό ρυθμό τείνουν να φτάνουν νωρίτερα στο μέγιστο επίπεδο εγρήγορσης και ενεργητικότητάς τους. Ως αποτέλεσμα, συνήθως ξυπνούν ευκολότερα το πρωί, αισθάνονται πιο δραστήρια κατά τις πρωινές ώρες και προτιμούν να κοιμούνται νωρίτερα. Αντίθετα, τα άτομα με πιο όψιμο ρυθμό μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο να ενεργοποιηθούν νωρίς το πρωί και να παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα ενέργειας και εγρήγορσης αργότερα μέσα στην ημέρα ή το βράδυ.

Επομένως, η προτίμηση ενός ατόμου να δραστηριοποιείται κυρίως το πρωί ή το βράδυ δεν αποτελεί απλώς μια συνήθεια ή μια επιλογή που έχει διαμορφωθεί από τον τρόπο ζωής του. Σε σημαντικό βαθμό, φαίνεται να αποτελεί μια σχετικά σταθερή ατομική διαφοροποίηση, η οποία έχει βιολογική βάση. Οι λεγόμενοι πρωινοί τύποι αναφέρουν ότι ξυπνούν νωρίτερα και ότι αισθάνονται καλύτερα, πιο ενεργητικοί και περισσότερο παραγωγικοί κατά τις πρώτες ώρες της ημέρας. Αντίθετα, οι βραδινοί τύποι τείνουν να αισθάνονται μεγαλύτερη ενεργητικότητα και ευεξία αργότερα μέσα στην ημέρα.

Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση δεν επηρεάζει μόνο τον ύπνο ή την ατομική παραγωγικότητα, αλλά μπορεί να έχει συνέπειες και στις κοινωνικές σχέσεις. Η συμβατότητα ως προς το χρονικό πρότυπο δραστηριότητας φαίνεται να διευκολύνει τη συμβίωση και την καθημερινή αλληλεπίδραση. Όταν δύο άνθρωποι έχουν παρόμοιες προτιμήσεις ως προς το πότε κοιμούνται, ξυπνούν, εργάζονται, ξεκουράζονται ή κοινωνικοποιούνται, είναι πιθανότερο να μπορούν να οργανώνουν ευκολότερα τον κοινό τους χρόνο. Για παράδειγμα, δύο άνθρωποι που προτιμούν να ξεκινούν νωρίς την ημέρα μπορεί να έχουν περισσότερες κοινές ώρες δραστηριότητας το πρωί, ενώ δύο βραδινοί τύποι μπορεί να απολαμβάνουν περισσότερο την κοινωνική επαφή και τις κοινές δραστηριότητες αργότερα.

Αντίθετα, όταν υπάρχει μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στους κιρκάδιους ρυθμούς δύο ανθρώπων που ζουν στον ίδιο χώρο, μπορεί να δημιουργηθούν δυσκολίες και εντάσεις. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που χρειάζεται να κοιμάται και να ξυπνά νωρίς μπορεί να ενοχλείται από έναν συγκάτοικο που παραμένει ενεργός μέχρι αργά τη νύχτα. Αντίστοιχα, ο βραδινός τύπος μπορεί να αισθάνεται ότι περιορίζεται όταν ο άλλος επιθυμεί να ξεκινά τις καθημερινές δραστηριότητες πολύ νωρίς. Έτσι, η χρονοτυπική ασυμβατότητα, δηλαδή η σημαντική διαφορά στις χρονικές προτιμήσεις δύο ατόμων, μπορεί να αποτελέσει πηγή άγχους, εκνευρισμού και συγκρούσεων, ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι αναγκάζονται να μοιράζονται τον ίδιο χώρο και να συντονίζουν καθημερινά τις δραστηριότητές τους.

Η επίδραση του χρονοτύπου φαίνεται να επεκτείνεται και στις ερωτικές σχέσεις. Οι άνθρωποι φαίνεται να διατηρούν σε σημαντικό βαθμό τις προτιμήσεις τους ως προς το αν αισθάνονται καλύτερα το πρωί ή το βράδυ ακόμη και όταν βρίσκονται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια σχέση. Αυτό σημαίνει ότι η δημιουργία μιας μακροχρόνιας σχέσης δεν οδηγεί απαραίτητα στην εξάλειψη των αρχικών διαφορών στον κιρκάδιο ρυθμό. Αντίθετα, οι σύντροφοι χρειάζεται να προσαρμόσουν την κοινή τους καθημερινότητα, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές ανάγκες και χρονικές προτιμήσεις τους.

Παράλληλα, είναι πιθανό οι άνθρωποι να έρχονται συχνότερα σε επαφή και να δημιουργούν κοινωνικούς δεσμούς με άτομα που διαθέτουν παρόμοιο χρονοτύπο. Οι πρωινοί τύποι, για παράδειγμα, είναι πιθανότερο να ξεκινούν τις κοινωνικές τους δραστηριότητες νωρίτερα μέσα στην ημέρα, ενώ οι βραδινοί τύποι μπορεί να προτιμούν κοινωνικές επαφές και δραστηριότητες σε μεταγενέστερες ώρες. Με αυτόν τον τρόπο, οι διαφορετικοί χρονοτύποι μπορεί να δημιουργούν διαφορετικά «χρονικά περιβάλλοντα», μέσα στα οποία οι άνθρωποι οργανώνουν την καθημερινότητά τους και αναπτύσσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις.

Συνολικά, ο κιρκάδιος ρυθμός αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την κατανόηση των ατομικών διαφορών στη συμπεριφορά και στην καθημερινή λειτουργία. Η διάκριση μεταξύ πρωινών και βραδινών τύπων δείχνει ότι οι άνθρωποι δεν διαφέρουν μόνο ως προς το τι κάνουν, αλλά και ως προς το πότε αισθάνονται περισσότερο ενεργητικοί, κοινωνικοί και παραγωγικοί. Οι διαφορές αυτές μπορούν να επηρεάσουν τον ύπνο, την απόδοση, την οργάνωση της καθημερινότητας, αλλά και την ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων. Για τον λόγο αυτό, η κατανόηση του προσωπικού χρονοτύπου και ο σεβασμός στις διαφορετικές χρονικές ανάγκες μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο αρμονική συνύπαρξη και σε αποτελεσματικότερη προσαρμογή της καθημερινής ζωής στις βιολογικές ιδιαιτερότητες κάθε ανθρώπου.

 

Πηγή:

Larsen, R. & Buss, D. (2020). Ψυχολογία της προσωπικότητας. Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Εκδόσεις Παπαζήση.  

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.