Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Ο μύθος του 10% και άλλοι νευρομύθοι

Η άποψη ότι χρησιμοποιούμε μόνο το 10% του εγκεφάλου μας είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους νευρομύθους. Παρότι ακούγεται εντυπωσιακή και αισιόδοξη —αφού υπονοεί ότι διαθέτουμε τεράστιες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες— δεν στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Οι Christopher Chabris και Daniel Simons επισημαίνουν ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί ως ενιαίο σύστημα και ότι σχεδόν όλες οι περιοχές του εμφανίζουν δραστηριότητα, ακόμη και όταν δεν εκτελούμε κάποια απαιτητική εργασία. Νευρώνες που δεν χρησιμοποιούνται ατροφούν, επομένως δεν θα είχε εξελικτικό νόημα να διατηρούμε το 90% του εγκεφάλου μας ανενεργό. Οι νευροαπεικονιστικές εικόνες που δείχνουν ορισμένες «φωτισμένες» περιοχές απλώς καταγράφουν σημεία με αυξημένη δραστηριότητα σε σχέση με άλλα — δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες περιοχές δεν λειτουργούν.

 

Εξίσου προβληματικές είναι και άλλες δημοφιλείς πεποιθήσεις για τον εγκέφαλο. Έρευνα της Sanne Dekker και των συνεργατών της, που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology, έδειξε ότι μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών πιστεύει τόσο στον μύθο του 10% όσο και σε άλλες μη τεκμηριωμένες ιδέες, όπως ότι ο υπερβολικός «εμπλουτισμός» του περιβάλλοντος ενισχύει απαραίτητα τη νοητική ανάπτυξη των παιδιών ή ότι οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα όταν η διδασκαλία προσαρμόζεται αποκλειστικά στο προσωπικό τους μαθησιακό στυλ (οπτικό, ακουστικό, κιναισθητικό).

Στην πραγματικότητα, τα πειράματα με ζώα δείχνουν ότι ένα εξαιρετικά φτωχό και αφύσικο περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη· δεν αποδεικνύουν όμως ότι η υπερβολική παροχή ερεθισμάτων οδηγεί σε ανώτερη νοητική εξέλιξη. Αντίστοιχα, παρόλο που οι άνθρωποι έχουν μαθησιακές προτιμήσεις, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι η προσαρμογή της διδασκαλίας αποκλειστικά σε αυτές βελτιώνει ουσιαστικά την απόδοση.

Ο μύθος του 10% έχει αποδοθεί κατά καιρούς σε παρερμηνείες δηλώσεων του William James («κάνουμε χρήση ενός μικρού τμήματος των νοητικών και σωματικών μας δυνατοτήτων») ή ακόμη και στον Albert Einstein, που προσπαθούσε να κατανοήσει το δικό του τεράστιο νοητικό δυναμικό, χωρίς όμως ιστορική επιβεβαίωση. Η διάδοσή του οφείλεται κυρίως στη γοητεία που ασκεί η ιδέα των «κρυμμένων δυνατοτήτων».

Το βασικό δίδαγμα είναι η σημασία της κριτικής σκέψης. Όταν ακούμε έναν εντυπωσιακό ισχυρισμό για τον εγκέφαλο, χρειάζεται να αναρωτιόμαστε: «Τι αποδείξεις υπάρχουν για αυτόν τον ισχυρισμό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη έρευνα ή έρευνες που μπορεί να επικαλεσθεί ο φίλος σας για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του; Υπάρχουν σχετικές έρευνες δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά; Τι δείγμα χρησιμοποιήθηκε για αυτή την έρευνα; Ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να δικαιολογήσει σαφή συμπεράσματα; Το συγκεκριμένο εύρημα έχει επαληθευτεί; Διαδόσεις, όπως ο μύθος του 10% δεν θα μακροημερεύσουν αν οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη τους βρεθούν αντιμέτωποι με την κριτική σας σκέψη» (σελ. 113).

 

Πηγή:

Schacter, D.L., Gilbert, D.T. & Nock, M.K. (2025). Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg, σελ. 112-113.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

 

Επιστημονικές απόψεις για την κατάθλιψη

«Αν βλέπουμε τα πράγματα από την αρνητική τους πλευρά, είναι πιθανό να νιώθουμε αρνητικά και να συμπεριφερόμαστε αρνητικά», Aaron Beck

 

Σύμφωνα με τη γνωστική θεραπεία στόχος είναι να εντοπιστούν οι διαστρεβλωμένες γνώσεις ενός ανθρώπου. Δεν είναι το ζητούμενο η θετική σκέψη. Στόχος είναι να αναζητήσει το άτομο αυτό που είναι γνήσιο και πραγματικό στη ζωή ενός ανθρώπου. Η κατάθλιψη διαστρεβλώνει την αντίληψη. Το άτομο που έχει κατάθλιψη αντιλαμβάνεται τη ζωή μέσα από σκούρα γυαλιά. Η γνωστική θεραπεία δεν προσθέτει χρωματιστά γυαλιά, στόχος είναι να του καθαρίσει τα γυαλιά, κάτι που θα του επιτρέψει να αντιληφθεί τον κόσμο με ακρίβεια, από την καλή και την κακή του πλευρά (σελ. 138).

«Το πιο ενθαρρυντικό πράγμα που ξέρω, είναι η αδιαφιλονίκητη ικανότητα του ανθρώπου να εξυψώσει τη ζωή του κάνοντας μια συνειδητή πράξη», Thoreau.

Η ψυχοθεραπεία για την κατάθλιψη θα πρέπει να έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Ο θεραπευτής μαθαίνει στον θεραπευόμενο να μάθει νέες τεχνικές για το πώς να ζήσετε μια ζωή πιο δημιουργική, πιο ικανοποιητική και ανοιχτή στην αγάπη. Άνθρωποι που έχουν κατάθλιψη, πολλές φορές κάνουν πράγματα τα οποία τους κάνουν να νιώθουν ακόμα χειρότερα- κι αυτό γιατί κανείς ποτέ δεν τους έχει μάθει να λειτουργούν με έναν άλλο τρόπο. Ένα μέρος της θεραπείας είναι η εκμάθηση νέων τρόπων λειτουργίας (σελ. 136).

«Όλοι ξεχνάμε κάτι που είναι πολύ βασικό: οι άλλοι δεν θα σ’ αγαπήσουν αν δεν τους αγαπήσεις κι εσύ» (Pat Carroll).

Η κατάθλιψη χρωματίζει τον τρόπο της σκέψης ενός ανθρώπου, τα αισθήματα και τις αντιδράσεις του προς τον ερωτικό του σύντροφο, τον φίλο, τον προϊστάμενο, τους συναδέλφους, τους γονείς ή τα παιδιά του. Οι προβληματικές σχέσεις αποτελούν κανόνα στην κατάθλιψη. Η Διαπροσωπική Θεραπεία είναι μια σύντομη θεραπεία που βοηθάει τους ανθρώπους να αναγνωρίζουν και να λύνουν τα προβλήματα που έχουν με τους άλλους. Η Διαπροσωπική Θεραπεία επικεντρώνει την προσοχή της στην αντίληψη και την αντίδραση σε αυτές τις αντιλήψεις που έχουμε διαμορφώσει, δίνει μια επιπλέον έμφαση στην τεχνική της επικοινωνίας (σελ. 140).

«Βρίσκετε τον εαυτό σας να είναι στην ίδια δυσάρεστη κατάσταση, ξανά και ξανά, να αναρωτιέστε που έχετε σφάλει και γιατί συνέβη ξανά σε σας αυτό; Δεν φταίει πάντα η κακοτυχία- μπορεί να φταίνε και οι κακές ιδέες», Arnold Lazarus.

Σύμφωνα με τη Γνωστική- Διαπροσωπική Θεραπεία, η ζωή έχει τρεις πτυχές: αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως προς αυτό που συμβαίνει και ποια είναι η αντίδρασή μας. Σύμφωνα με τον Ellis, οι περισσότερες δυσκολίες εμφανίζονται στο σημείο του πως αντιλαμβανόμαστε αυτό που συμβαίνει. Έτσι, αν συγκρίνουμε τις αντιλήψεις και τις αντιδράσεις μας σε αυτό που νομίζουμε ότι έγινε, με αυτό που στην πραγματικότητα έγινε, με αυτό που στην πραγματικότητα έγινε, γινόμαστε πιο αποτελεσματικοί στο ποια είναι η αντίδρασή μας.

 

Στα βάθη του χειμώνα έμαθα ότι μέσα μου υπάρχει κρυμμένο ένα απόρθητο καλοκαίρι. Albert Camus

 

Πηγή:

Bloomfield & McWilliams. 1996. Θεραπεύοντας την κατάθλιψη. Εκδόσεις Θυμάρι. 

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Ονειροπολήσεις ενός μοναχικού περιπατητή

Του Ζαν Ζακ Ρουσσώ

 

«Nα με λοιπόν μόνος στη γη, δίχως αδελφό, συγγενή, φίλο ή συντροφιά άλλη εκτός από τον εαυτό μου». Έτσι ξεκινά η ονειροπόληση στον πρώτο από τους δέκα μοναχικούς περιπάτους που αφηγείται ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του. 

 

Οι "Ονειροπολήσεις ενός μοναχικού περιπατητή" είναι ένα έργο αδιαμφισβήτητης λογοτεχνικής και φιλοσοφικής αξίας, που αποκαλύπτει όψεις τόσο της κοσμοθεωρίας όσο και της προσωπικότητας του Ρουσσώ μ' έναν καινοφανή τρόπο, αποτελώντας μια ιδιάζουσα μορφή αναπαράστασης μεταξύ μνήμης, αναστοχασμού και συναισθήματος, φαντασίας και αυτο-παρατήρησης· ένα έργο που επέδρασε καταλυτικά στους μεταγενέστερους συγγραφείς, από τους ρομαντικούς ποιητές έως τον Μπωντλαίρ και τον Προυστ». (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Το πιο όμορφο και το πιο τολμηρό από τα βιβλία του Ρουσσώ. Η ομορφιά και η τόλμη του είναι στενά συνδεδεμένες, χωρίς να είναι εξίσου προφανείς -ή επειδή ακριβώς δεν είναι. Η μαγεία της ποίησης, η ελαφρότητα του ύφους, η διαπλοκή της αμεσότητας και της αυτοσυγκράτησης, η εναλλαγή ανάμεσα σε όσα φαίνονται εκ των προτέρων υπολογισμένα και σε όσα μοιάζουν να λέγονται τυχαία, ο συνδυασμός της κίνησης και της ηρεμίας, η δύναμη της γλώσσας και η τέχνη της σιωπής προσδίδουν στο βιβλίο τον ιδιαίτερό του χαρακτήρα.»

Πρόκειται για το κύκνειο άσμα του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, γραμμένο την περίοδο 1776-1778, είναι ένα αυτοβιογραφικό, φιλοσοφικό έργο δέκα περιπάτων, όπου ο συγγραφέας απομονωμένος από την κοινωνία, στοχάζεται πάνω στη φύση, την ευτυχία, την αλήθεια και τη μοναξιά, αναζητώντας την εσωτερική γαλήνη.

Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ αναλύει εκ νέου τη ζωή του, με ηρεμία, ενώ αποδέχεται τη μοναξιά. Το έργο εξερευνά θέματα, όπως η διαφθορά της κοινωνίας, η επιστροφή στη φύση και η αρετή, με έμφαση στην υποκειμενική εμπειρία. Ο Ρουσσώ περιγράφει τη στάση του περιπατητή που παρατηρεί, σκέφτεται και αισθάνεται, αποσυνδεδεμένος από τα πάθη και τις σκοτούρες των ανθρώπων.

 

Πηγή:

Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Ονειροπολήσεις ενός μοναχικού περιπατητή. Εκδόσεις Νέος Σταθμός.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ και τα έργα του

«Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ μένοντας ορφανός από τη μητέρα του κατά τη διάρκεια της γέννησής του και αφού εγκαταλείφθηκε σε νεαρή ηλικία από τον πατέρα του, η περιπλάνηση και η περιπέτεια ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της ζωής του. Όντας αυτοδίδακτος αλλά γεμάτος σχέδια και φιλοδοξίες κατά τη διανομή του στο Παρίσι συνεργάστηκε με τους εγκυκλοπαιδιστές και κυρίως με τον Ντιντερό, αν και στη συνέχεια ήρθε σε διάσταση μαζί τους. 

 

Κατά την περίοδο της ωριμότητάς του, και συγκεκριμένα στο τεσσαροκοστό έτος της ηλικίας του, άρχισε τη συγγραφή διαφόρων έργων από τα οποία ο ‘’Λόγος περί των επιστημών και των τεχνών’’, βραβευμένο από την Ακαδημία της Ντιζόν, έκανε τον Ρουσσώ διάσημο. Παρόλο που ήταν επιρρεπής στις ασθένειες και έχοντας νευρασθενική ιδιοσυγκρασία, που κατέληξε σε μανία καταδιώξεως τα τελευταία έτη της ζωής του, ολοκλήρωσε το πολυμερές λογοτεχνικό, φιλοσοφικό και παιδαγωγικό του έργο, η επίδραση του οποίου ήταν τεράστια στις ιδέες των πρωταγωνιστών της Γαλλικής Επανάστασης. Επίσης, ο Ρουσσώ θεωρείται ως ο μεγάλος πρόδρομος του ρομαντικού κινήματος στη Γαλλία.

Το 1794 τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο Πάνθεον. Με ύφος ονειροπόλο και γοητευτικό, εύγλωττο, παράφορο και παθιασμένο συνάρπασε τις ψυχές των αναγνωστών του επιδρώντας, όλη τη διάρκεια του 18ο και 19ου αιώνα, σε ολόκληρη τη γαλλική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία. ‘’Με τον Βολταίρο ο παλαιός κόσμος τελειώνει, με τον Ρουσσώ, ένας νέος κόσμος αρχίζει’’, έγραψε ο Γκαίτε» (σελ. 7-8).

Τα κυριότερα έργα του είναι: «Λόγος επί των Επιστημών και των Τεχνών», «Ο μάγος του χωριού», «Ο Νάρκισσος», «Προέλευση της κοινωνικής ανισότητας των ανθρώπων», «Επιστολή προς τον Δ’ Αλαμπέρ επί των θεαμάτων», «Νέα Ελοΐζα», «Κοινωνικό Συμβόλαιο», «Αιμίλιος», «Εξομολογήσεις», «Τα ονειροπολήματα του φιλέρημου περιπατητού», κ.α.

Το πιο αντιπροσωπευτικό του έργο είναι το Κοινωνικό Συμβόλαιο, που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1762. «Η κυρίαρχη ιδέα του έργου είναι ότι ένας λαός που απαρτίζεται από την ένωση του συνόλου, διαφέρει από την άμορφη μάζα όταν αποτελεί ένα πολιτικό σώμα, το έθνος. Η ένωση αυτή προκύπτει από την υποχρέωση του καθενός να έχει νόμιμη αξία στηριζόμενη σε κάποιο θεμέλιο. Ορισμένοι λόγιοι το τοποθετούν στη δύναμη, άλλοι στο πατρικό κύρος και άλλοι στη θεία βούληση. Απορρίπτοντας τις αρχές αυτές ο Ρουσσώ αναγνωρίζει ως θεμέλιο για το πολιτικό σώμα μια πρωτότυπη σύμβαση την οποία αποδέχονται ελευθέρως τα μέλη και για τα οποία καθένας εξ’ αυτών τίθεται ανεπιφύλακτα αλληλέγγυος προς τα άλλα. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια αμοιβαία υποχρέωση του καθένα προς το σύνολο και του συνόλου προς τον καθένα» (σελ. 8-9).

 

Πηγή:

Ζαν Ζακ Ρουσσώ, «Δοκίμια Φιλοσοφίας». Διαλογισμοί- Στοχασμοί. Εκδοτικός Οίκος Δαμιανός.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ, «Δοκίμια Φιλοσοφίας»

Διαλογισμοί- Στοχασμοί

 

«Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ σκεπτόταν πως ο άνθρωπος έπρεπε να ζει κατά φύσιν, αφήνοντας να οδηγείται από τα ένστικτά του και τα συναισθήματά του, αρνούμενος στην τυραννία της λογικής. Οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι. Η κοινωνία τους διαφθείρει. Οι ιδέες του Ρουσσώ επηρέασαν βαθιά την εποχή του» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). 

 

Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ, ο φιλόσοφος του Διαφωτισμού, γεννήθηκε το 1712 και πέθανε το 1778. «Στο θεωρητικό πολιτικο- κοινωνικό του έργο ‘’Περί του κοινωνικού συμβολαίου’’ (1762) αναφέρει ότι της δημιουργίας του κράτους προηγήθηκε ένα συμβόλαιο, που οι άνθρωποι το δέχτηκαν και το οποίο έχει ως σκοπό να υπερασπιστεί τα δικαιώματά τους.

Κάθε άνθρωπος σύμφωνα με αυτό θέλει την ευτυχία του λαού. Το συμβόλαιο όμως αυτό δεν τηρήθηκε έτσι, τώρα, ο άνθρωπος πρέπει να το ξανακάνει από την αρχή ζητώντας πάλι το καλό του συνόλου και την κυριαρχία του λαού, και ότι τα συμφέροντα του ενός πρέπει να τα κατατάξη στον νόμο του συνόλου. Έτσι δεν θα υπάρχει ‘’κοινωνική ανισότητα’’».

«Ο Ρουσσώ προσπάθησε κάποτε στο Παρίσι να είναι, όπως όλος ο κόσμος. Κάτι όμως τον εμπόδισε. Τουλάχιστον κατάλαβε τότε καλά, που καταλήγει αυτός ο κατήφορος: ματαιοδοξία, πολυτέλεια, αυταπάτη. Οι άνθρωποι που έχουν αυτές τις αδυναμίες δεν ξέρουν τι κάνουν».   

«Το κακό είναι, πως όταν αναπτύσσονται οι χαρακτήρες, η κοινωνική κατάσταση διαχωρίζει τις τάξεις. Οι άνθρωποι αρχίζουν τις συγκρίσεις. Υπάρχουν δύο ειδών συγκρίσεις: η μια γεννά τις ιδέες των αισθήσεων, η άλλη ρυθμίζει την κίνησή της για να επιστρέψει στο Εγώ, θεωρούμενο σαν κέντρο αναφοράς. Εγώ, που ξεχνά τότε τα όριά του και πληγώνεται όταν συγκρίνεται με άλλον. Εγώ, που δεν είναι και τόσο αγαπητό, εδώ οφείλεται η δυαδικότητα της αγάπης προς εαυτόν και της φιλαυτίας. Όλες οι ανθρώπινες ικανότητες είναι μπροστά σε αυτή την εναλλαγή. Η φαντασία με γοητεύει με εικόνες κατοχής, με ενθουσιάζει με το όνειρο και την ομορφιά. Το συναίσθημα είναι καθαρή παθητικότητα η δημιουργική δραστηριότητα, το συναίσθημα εκφράζει το ίδιο καλά την καθαρή δεκτικότητα και τον καθαρό αυθορμητισμό: υπάρχει το συναίσθημα της εντύπωσης και το συναίσθημα της ελευθερίας» (σελ. 56-57).

 

Πηγή:

Ζαν Ζακ Ρουσσώ, «Δοκίμια Φιλοσοφίας». Διαλογισμοί- Στοχασμοί. Εκδοτικός Οίκος Δαμιανός.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ο Παράκελσος: η εποχή των μάγων

«Ο Παράκελσος, που γεννήθηκε το 1493 και πέθανε το 1541, συνδύασε τις ιατρικές γνώσεις του με την ‘’λεπτή επιστήμη της αλχημείας’’, την οποίαν ταύτιζε με την βαθιά φιλοσοφία. ‘’Η αλχημεία’’ έλεγε χαρακτηριστικά, είναι ‘’θεμελιώδης παράμετρος, κολόνα της ιατρικής επιστήμης’’. Οποιαδήποτε συμβολή του γιατρού στην επιστήμη του θα ‘ναι μάταιη κι άχρηστη, αν αυτός δεν είναι πλήρως εξοικειωμένος με την τέχνη της αλχημείας και δεν την γνωρίζει καλά. 

Οι αλχημιστές έθεταν ως στόχο των ερευνών τους την ανακάλυψη της φιλοσοφικής λίθου, με την χρήση της οποίας θα μπορούσαν να κατασκευάσουν χρυσάφι και να δημιουργήσουν το ελιξίριο της ζωής. Είναι γεγονός ότι, παρά τις άοκνες και, ενίοτε, συγκινητικές και ηρωικές προσπάθειές των, οι αλχημιστές δεν έφθασαν ποτέ στον πολυπόθητο στόχο τους. Αυτό, όμως, για τον Παράκελσο, δεν ακυρώνει την μεγάλη συμβολή τους στην ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης, καθώς, στοχεύοντας στην πραγματοποίηση των ευγενικών ιδανικών τους, σημείωσαν, με τις έρευνές των, σημαντικά βήματα για την κατάκτηση γνώσεων. […]

Ο Παράκελσος εντοπίζει σε δύο κυρίως σημεία την συμβολή της αλχημείας στην προώθηση της ωφέλιμης για τον άνθρωπο γνώσης: στην μεταβολή του χρώματος των μετάλλων και στην ανακάλυψη νέων φαρμάκων.

Όταν ο αλχημιστής, στο εργαστήριό του, επιχειρούσε να μετατρέψει ένα φθηνό μέταλλο, τον ψευδάργυρο ορισμένως, σε χρυσάφι, το αποτέλεσμα συνήθως ήταν να παράγει ένα μέταλλο που, χωρίς να είναι πραγματικό χρυσάφι, για τον Παράκελσο, δεν ήταν ένα ασήμαντο γεγονός, απεναντίας, επρόκειτο για μια σπουδαία συνεισφορά στην προσπάθεια για την μεταστοιχείωση φθηνών μετάλλων σε αληθινό χρυσάφι. […]

Το σύμπαν, κατά τον Παράκελσο, μοιάζει με ένα τεράστιο μαγνητικό πεδίο, όπου οι δυνάμεις που ενυπάρχουν σε ορισμένα όντα είναι δυνατόν να ασκήσουν επιρροή πάνω σε άλλα όντα. Έτσι, υποστήριζε ο Παράκελσος, υπάρχουν φυτά, μέταλλα ή πέτρες που, έχοντας μια συγγένεια με ορισμένα άστρα, μπορούν να προσελκύσουν τις ιδιότητες των ουράνιων αυτών στα οποία αντιστοιχούν, όπως ένας μαγνήτης έλκει τα κομμάτια σιδήρου. Ένας γιατρός οφείλει να γνωρίζει τις συμπαθητικές σχέσεις των πραγμάτων του κόσμου, ούτως ώστε, δίνοντας στον ασθενή του το κατάλληλο φάρμακο, ήγουν το βότανο, το μέταλλο ή έναν φυσικό συνδυασμό αυτών, να διοχετεύει, συγχρόνως, σε αυτόν και τις αντίστοιχες δυνάμεις των άστρων και να αποκαθιστά έτσι στον οργανισμό του αρρώστου την ισορροπία, που διαταράχθηκε από την αιτία της ασθένειάς του.

Ο αληθινός γιατρός, λοιπόν, για τον Παράκελσο, οφείλει, εκτός από φυσιολόγος του ανθρώπινου σώματος, να είναι και φυσικός επιστήμων και αστρολόγος- να είναι ένας ερευνητής της φύσης που, πέρα από τις λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, γνωρίζει όχι μόνο τις δυνάμεις γήινων σωμάτων, όπως εκείνες των βοτάνων, των λίθων και των μετάλλων, αλλά και τις δυνάμεις των άστρων, τις οποίες μπορεί να κατευθύνει στον στόχο του, που είναι η θεραπεία των άρρωστων ανθρώπων, έτσι ώστε, απαλλαγμένοι από την ασθένειά τους, να νιώθουν καλύτερα, πιο ευτυχισμένοι. Ο σκοπός του γιατρού, κατά τον Παράκελσο, είναι, σε τελευταία ανάλυση, ίδιος με τον σκοπό που έθετε η φιλοσοφία της αλχημείας: η ανθρώπινη ευτυχία. Ο γιατρός δηλαδή ήταν, για αυτόν, ένα αλχημιστής» (σελ. 198-202).

 

Πηγή:

Θεοδόσιος Πελεγρίνης. 2012. Οι πέντε εποχές της Φιλοσοφίας. Εκδόσεις Παπασωτηρίου.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Οι πέντε εποχές της Φιλοσοφίας

«Η φιλοσοφία σήμερα, έχοντας διατρέξει πέντε μεγάλες, γεμάτες από διανοητικές περιπέτειες, εποχές, δίνει την αίσθηση της κόπωσης και, ακόμη παραπέρα, της χρεοκοπίας -τόσο μάλιστα, ώστε ορισμένοι να επείγονται να συντάξουν την ληξιαρχική πράξη του θανάτου της. Η διάχυτη, πράγματι, παρακμή της φιλοσοφίας στον καιρό μας, όμως, οφείλεται στην ανεπάρκεια των μεθόδων που οι απολογητές της μας κληροδότησαν, και όχι στην ίδια την ιδιοσυγκρασία των φιλοσόφων, οι οποίοι, σαν αιώνιοι ανατροπείς του οικείου και του συνήθους, σαν ανεξάντλητοι αναζητητές του διαφορετικού, εξακολουθούν -και θα συνεχίσουν, όσο θα υπάρχει η ανθρώπινη φυλή- να παρουσιάζουν ενδιαφέρον, αιφνιδιάζοντάς μας με τις ευρηματικές ιδέες των. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, η μάχη για την επιβίωση της φιλοσοφίας δεν θα πρέπει να είναι μια μάχη για την ουσία της, αλλά μια μάχη για την ανεύρεση και την κατάκτηση της σωστής μεθόδου της» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

Ένα βιβλίο το οποίο ξεκινάει από την εποχή των κοσμολόγων: η αρχή του κόσμου και η δομή του κόσμου, περνάει στην εποχή των ανθρωπολόγων: σοφιστές, Σωκράτης, Πλάτωνας, Αριστοτέλης και μικρότερες σωκρατικές σχολές. Έπειτα ακολουθεί η εποχή των σωτήρων, όπου συναντάμε τον Επίκουρο, τους στωικούς φιλοσόφους, τους σκεπτικιστές και τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους και μετά η εποχή των μάγων και η εποχή των ενδοσκόπων: Καμπανέλα, Μπέικον, Ντεκάρτ, Λοκ, Μπάρκλεϊ, Χιουμ, Καντ, Χέγκελ, Σοπενχάουερ, Νίτσε, καθώς και τους υπαρξικούς και τους αναλυτικούς φιλοσόφους.

«Η αρνητική στάση των σοφιστών απέναντι στην αλήθεια και την γνώση των πραγμάτων προσδιόρισε και τη θέση τους για την ηθική συμπεριφορά των ανθρώπων, τον τρόπο που οφείλει να χειρίζεται κανείς τη ζωή του. Όπως δεν υπάρχει μια αλήθεια για το κάθε πράγμα, κατά τρόπον ανάλογο οι ηθικές αξίες δεν είναι μονοσήμαντες» (σελ. 47).

«Μπορεί η γνώση και η μέθοδος για την κατάκτησή της να ήταν στο κέντρο των φιλοσοφικών ενδιαφερόντων του Σωκράτη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι ενασχολήσεις του ήταν επιστημονικής υφής. Ήταν μάλλον ηθικής φύσεως. Ο Σωκράτης συνάρτησε την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου προς τη δυνατότητα της γνώσης. Η αρετή είναι προϊόν γνώσης. Μπορεί να πράττει σωστά κανείς, εάν και μόνο εάν, γνωρίζει εκείνο που πρέπει να πράττει. Αν κάποιος προβαίνει σε ηθικώς μεμπτές πράξεις, τούτο οφείλεται στην άγνοιά του περί του τι είναι ηθικώς σωστό, αν ήξερε ότι εκείνο που κάνει είναι κακό, δεν θα το έπραττε» (σελ. 53).

«Ο Πλάτων διέκρινε την πραγματικότητα σε δύο επίπεδα: στον αισθητό κόσμο, κυρίαρχο γνώρισμα του οποίου είναι η μεταβλητότητα των πραγμάτων και των γεγονότων που τον συγκροτούν, και στον ιδεατό κόσμο, ο οποίος διέπεται από την σταθερότητα των οντοτήτων. Τα αισθητά πράγματα δεν μπορούμε να τα γνωρίσουμε, όχι εξαιτίας κάποιας δικής μας ατέλειας, αλλά γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Ένας αναγκαίος όρος της γνώσης είναι το πράγμα που λέμε ότι γνωρίζουμε να υπάρχει. ‘’Γνωρίζω σημαίνει γνωρίζω κάτι’’. Ο Πλάτων παραθέτει επιχειρήματα με τα οποία θέλει να δείξει ότι τα αισθητά πράγματα, που υποθέτουμε ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, για να μπορούμε να τα γνωρίσουμε» (σελ. 55-56).

«Ο Αριστοτέλης συνδέει την πραγματικότητα με τα ‘’είδη’’, τα οποία διακρίνει σε δύο κατηγορίες: στα ένυλα είδη, τα οποία προϋποθέτουν την ύπαρξη ύλης, και στα καθαρά ή άυλα είδη. Ένα παράδειγμα ένυλου είδους είναι ο άνθρωπος, δεν μπορεί να σκεφθεί κανείς το είδος του ανθρώπου χωρίς να υποθέσει τα υλικά στοιχεία –σάρκες, οστά, όργανα, κ.α.- από τα οποία συγκροτείται. Αντιθέτως, ο θεός, ο νους, ένα διανόημα του τύπου ‘’κάθε πράγμα είναι ίδιο με τον εαυτό του’’ δεν έχουν καμίαν υλικήν υπόσταση και για αυτό χαρακτηρίζονται από τον Αριστοτέλη ως ‘’καθαρά’’» (σελ. 79).

 

Πηγή:

Θεοδόσιος Πελεγρίνης. 2012. Οι πέντε εποχές της Φιλοσοφίας. Εκδόσεις Παπασωτηρίου.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η τραγική ζωή του Muzafer Sherif

Ο Muzaref Sherif είναι ένας κοινωνικός ψυχολόγος, που έγινε γνωστός μέσα από τα πειράματά του για τις θερινές κατασκηνώσεις και τη ρεαλιστική σύγκρουση, όταν τα αγαθά είναι περιορισμένα, καθώς και για τις μελέτες σχετικά με τη διαμόρφωση των κοινωνικών κανόνων χρησιμοποιώντας το αυτοκινητικό φαινόμενο, και βάζοντας τα άτομα να παρακολουθούν μια φωτεινή κηλίδα μέσα στο σκοτάδι είτε μόνα τους σε ένα δωμάτιο είτε σε ομάδες. Ο Sherif είναι λοιπόν αρκετά γνωστός για το έργο που πρόσφερε στο πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας, προωθώντας την ως ένα νέο επιστημονικό πεδίο. Η δράση και η συμβολή του Sherif είναι κυρίως στην Αμερική, αν και ήταν Τουρκικής καταγωγής. 

 

Το έργο του για τους κοινωνικούς κανόνες, τη συμπεριφορά των ομάδων και τις κοινωνικές συγκρούσεις, όταν υπάρχει ανταγωνισμός παίρνει ένα τελείως διαφορετικό χρώμα αν δούμε λίγο πιο προσεκτικά τα γεγονότα που συνέβησαν στη ζωή του.

Ο Sherif γεννήθηκε το 1905 σε μια μέτρια πλούσια οικογένεια στην Τουρκία. Εκείνη την εποχή, η Τουρκία ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό σύντομα θα άλλαζε. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήρθε αντιμέτωπος με τον αυξανόμενο εθνικισμό και τον παγκόσμιο πόλεμο. Ο Sherif είχε εκτεθεί σε διεθνείς πολέμους το 1911, το 1912 και το 1913, πριν ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1914. Επίσης, έζησε τη γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, ενώ μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η πόλη του καταλήφθηκε αρχικά από ελληνικές δυνάμεις και έπειτα από τις τουρκικές δυνάμεις το 1924.

Ο Sherif αποφάσισε να ακολουθήσει τη φιλοσοφία και αργότερα την ψυχολογία. Για αυτό μετακόμισε στις ΗΠΑ, όπου συνέχισε τις σπουδές του κάνοντας μεταπτυχιακό και διδακτορικό. Ο Sherif έφτασε στις αμερικανικές ακτές κατά την κορύφωση των χρόνων της οικονομικής ύφεσης, στα τέλη της δεκαετίας 1920 και αρχές της δεκαετίας του 1930. Έτσι, ήρθε αντιμέτωπος και με την οικονομική καταστροφή στην οποία βρισκόταν ο λαός και με τις συγκρούσεις που ήταν αποτέλεσμα αυτής.

Ο Sherif το 1932, επισκέφθηκε το Βερολίνο για να παρακολουθήσει μια διάλεξη του Wolfgang Kohler και απογοητεύτηκε από τον ανεξέλεγκτο ναζισμό και τον ρατσισμό που επικρατούσαν στη χώρα. Πριν κλείσει τα 30 έτη, είχε δει τον κόσμο, είχε δει ολοκληρωτικά τον κόσμο να αλλάζει και βίωσε επαναλαμβανόμενα γεγονότα αιματοχυσίας. Αυτή την περίοδο ο Sherif διεξήγαγε τις μελέτες του σχετικά με τους κοινωνικούς κανόνες και το αυτοκινητικό φαινόμενο.

Το 1939, μετακόμισε το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας ως καθηγητής. Δεν είχε ιδέα ότι αυτή η επιλογή του θα θόλωνε ανεπανόρθωτα τα όρια μεταξύ της πολιτικής του Sherif και της επιστήμης του. Ο ίδιος πίστευε ότι πάνω από τις ανταμοιβές και τις τιμωρίες ήταν οι πολιτιστικοί και πολιτικοί κανόνες μιας κοινωνίας, αυτοί που διαμορφώνουν τον άνθρωπο. Για αυτόν, οι άνθρωποι ήταν προϊόν της κοινωνίας τους, αλλά μπορούσαν να ενεργήσουν ως παράγοντες αλλαγής μέσα στην κοινωνία.

Αυτή η ανθρωπιστική και αυτοκαθοριστική άποψη του Sherif ερχόταν σε άμεση σύγκρουση με τη ναζιστική ιδεολογία που πίστευε ότι η φυλετική ανωτερότητα ήταν αμετάβλητη και έμφυτη. Οι Τούρκοι συμπαθούσαν τον ναζιστικό σκοπό και θέσπισαν πολιτικές τακτικές και κανόνες σύμφωνα με την ιδεολογία τους. Ο Sherif το παρατήρησε αυτό και ήταν ανοιχτά ενάντιος. Τάχθηκε ρητά με την αντιφασιστική πλευρά στην πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου της Άγκυρας και προστάτευσε έναν Εβραίο φοιτητή που δεχόταν διακρίσεις. Συχνά έγραφε κείμενα που γελοιοποιούσαν και αποδομούσαν τις «επιστημονικές» έννοιες των Ναζί.

Η κριτική στους φασίστες έχει πάντα ένα κόστος. Ο Sherif, to 1944, συνελήφθη και τέθηκε σε απομόνωση χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες. Αργότερα, απομακρύνθηκε από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας. Κατάφερε να δραπετεύσει από την Τουρκία μέσω υποτροφίας από τις ΗΠΑ, αλλά οι φίλοι του δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί. Μέχρι το 1951, οι περισσότεροι φίλοι του στην Τουρκία είχαν συλληφθεί για τις αντιφασιστικές τους απόψεις.

 

Πηγή:

Arjun Gupta, 2023. The tragic life of Muzafer Sherif.

 https://psychologywitharjun.substack.com/p/the-tragic-life-of-muzafer-sherif

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Λακάν και Αριστοτέλης: το αίτιο

Η σύνδεση ανάμεσα στον Jacques Lacan και τον Αριστοτέλη γίνεται πιο σαφής αν δούμε ότι και οι δύο διαμορφώνουν τη σκέψη τους αντιπαρατιθέμενοι σε παρόμοιους θεωρητικούς «αντιπάλους». Ο Αριστοτέλης στράφηκε εναντίον των Ελεατών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι το Είναι είναι ενιαίο, αμετάβλητο και ότι η μεταβολή είναι ψευδαίσθηση. Αντίθετα, ο ίδιος έθεσε στο κέντρο της φιλοσοφίας του τη μεταβολή και το γίγνεσθαι: η πραγματικότητα δεν είναι στατική, αλλά μια ενιαία διαδικασία που δεν μπορεί να τεμαχιστεί σε εξωτερικά, άσχετα μεταξύ τους μέρη.

 

Ένα κρίσιμο σημείο διαφοροποίησης ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Bergson αφορά την τελεολογία. Ο Αριστοτέλης υπερασπίστηκε την τελεολογική εξήγηση, δηλαδή την ιδέα ότι τα φυσικά όντα κινούνται προς έναν σκοπό (τέλος). Ο Bergson, αντίθετα, άσκησε έντονη κριτική σε κάθε μορφή «εσωτερικού φιναλισμού», θεωρώντας ότι μια προκαθορισμένη τελική μορφή ακυρώνει την πραγματική διάρκεια του χρόνου και τη δημιουργική καινοτομία. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης δεν υιοθετεί έναν ιδεαλισμό όπου η μορφή προϋπάρχει σε έναν υπερβατικό χώρο και κατευθύνει τα πράγματα εξ αρχής. Για εκείνον, η μορφή είναι το αποτέλεσμα —ο τερματικός σταθμός— της φυσικής διαδικασίας μεταβολής. Ο χρόνος, όπως και στον Bergson, δεν επιτρέπει να δοθούν όλα μονομιάς· παρεμβάλλεται ως καθυστέρηση και ανάπτυξη. Η τελεολογία, λοιπόν, στον Αριστοτέλη δεν είναι μηχανιστική πρόβλεψη αλλά μια προσπάθεια να εξηγηθεί η μεταβολή χωρίς να αναχθεί σε απλή εξωτερική ώθηση.

Στο πλαίσιο αυτό αποκτά σημασία ο αριστοτελικός όρος «αυτόματον» (το αυτόματο). Ο Αριστοτέλης, στην προσπάθειά του να ορίσει την αιτία, υποστήριξε ότι κάθε φυσική υπόσταση διαθέτει μια εσωτερική αρχή μεταβολής. Παράλληλα όμως, για να διασφαλίσει τόσο την ποικιλία όσο και τη συνέχεια της κίνησης, εισήγαγε την έννοια του ‘’Πρώτο Κινούν’’, ως θεμελιακή αρχή που καθιστά δυνατή την κίνηση χωρίς η ίδια να κινείται.

Το «αυτόματο», ωστόσο, δηλώνει μια διαφορετική κατηγορία συμβάντων: εκείνα που προκύπτουν από τη σύμπτωση ανεξάρτητων αιτιακών αλυσίδων. Δεν καθοδηγούνται από εσωτερικό σκοπό ούτε από ενιαία τελική αιτία. Είναι αποτέλεσμα της διασταύρωσης γεγονότων που το καθένα έχει τη δική του αιτία, χωρίς να υπάρχει συνολική εξήγηση για τον συγχρονισμό τους. Με αυστηρούς όρους, η σύμπτωση δεν είναι ένα «ενιαίο» γεγονός με ενιαία αιτία.

Το κλασικό παράδειγμα που δίνει ο Αριστοτέλης είναι ο άνθρωπος που πηγαίνει στην αγορά για έναν συγκεκριμένο λόγο και τυχαίνει να συναντήσει εκεί έναν οφειλέτη που του επιστρέφει τα χρήματα. Η συνάντηση αυτή δεν συνέβη «για να» εισπράξει το χρέος· είναι προϊόν σύμπτωσης. Εδώ φαίνεται το όριο της τελικής αιτίας: δεν εξηγούνται όλα με όρους σκοπού.

Αυτή ακριβώς η διάσταση της «αποτυχίας» της τελικής αιτίας θα απασχολήσει τον Λακάν, ιδίως όταν επανερμηνεύει την ενόρμηση θανάτου του Freud. Για τον Λακάν, το σημαίνον δίκτυο —ο συμβολικός μηχανισμός της γλώσσας— λειτουργεί με έναν τρόπο που θυμίζει το «αυτόματο»: κινείται πέρα από τις προθέσεις του υποκειμένου. Η αιτία, υποστηρίζει, δεν ταυτίζεται με το καθοριστικό στοιχείο μιας αλυσίδας· κάθε φορά που μιλάμε για αιτία, υπάρχει ένα υπόλοιπο ακαθοριστίας, ένα ρήγμα στο νόημα.

Έτσι, ενώ ο Αριστοτέλης διακρίνει ανάμεσα στην τελεολογική κίνηση και στη σύμπτωση, ο Λακάν θα αναδείξει το στοιχείο της αποτυχίας, του αστάθμητου και του μη-πλήρως-καθορισμένου ως δομικό στοιχείο της ίδιας της αιτιότητας. Η αιτία, στον Λακάν, δεν είναι ποτέ πλήρως παρούσα μέσα στην αλυσίδα των γεγονότων· είναι αυτό που τη διακόπτει, που εισάγει το απρόβλεπτο — ένα «αυτόματο» του σημαίνοντος που υπερβαίνει τόσο τον κλασικό τελεολογισμό όσο και τον καθαρό μηχανισμό.

 

Πηγή:

Joan Copjec. 2019. Διάβασε την επιθυμία μου. Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.


Η προθετικότητα των συναισθημάτων

Σύμφωνα με τη γνωσιακή θεωρία των συναισθημάτων που διατύπωσαν οι Keith Oatley και Philip Johnson-Laird, τα συναισθήματα δεν αποτελούν απλώς υποκειμενικές εμπειρίες, αλλά βασικούς οργανωτικούς μηχανισμούς του νου. Η κύρια λειτουργία τους είναι να ρυθμίζουν και να αναδιοργανώνουν την «αρχιτεκτονική» των γνωσιακών διεργασιών, κατευθύνοντας την προσοχή, τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων. Με εξελικτικούς όρους, τα συναισθήματα διευκολύνουν την προσαρμογή του οργανισμού σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Αποτελούν μέρος της προθετικής μας στάσης απέναντι στον κόσμο: μέσω αυτών ανοιγόμαστε σε καταστάσεις, πρόσωπα και γεγονότα και ανταποκρινόμαστε με τρόπο που έχει νόημα για την επιβίωση και τη συνύπαρξη.

 

Οι φαινομενολόγοι τονίζουν ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται στη σκέψη ή στην αντίληψη αντικειμένων. Ο κόσμος μάς αποκαλύπτεται και συναισθηματικά. Οι διαθέσεις, οι συγκινήσεις και τα συναισθήματα συνδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την πραγματικότητα. Το «νόημα» του κόσμου δεν είναι ουδέτερο· αναδύεται μέσα από τη συναισθηματική μας εμπλοκή. Κάθε ιδιαίτερη συγκίνηση —αγάπη, μίσος, χαρά, λύπη, απογοήτευση— προσδίδει στο αντικείμενό της συγκεκριμένη ποιότητα και αξία. Έτσι, το περιεχόμενο του συναισθήματος δεν είναι απλώς εσωτερικό βίωμα, αλλά τρόπος φανέρωσης του κόσμου.

Τα συναισθήματα μπορούν να ιδωθούν ως δυναμικές διεργασίες που μεσολαβούν ανάμεσα στο άτομο και σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό περιβάλλον. Έρευνες σε κοινωνικά ζώα έχουν δείξει ότι η συλλογική συναισθηματική συμπεριφορά ενισχύει τη συνοχή της ομάδας και διευκολύνει την επίλυση προβλημάτων. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από άλλους τομείς έρευνας: από τη μελέτη του γλωσσικού λεξιλογίου των συναισθημάτων και των μεταφορών, μέχρι πολιτισμικά φαινόμενα όπως οι κανόνες εθιμοτυπίας, οι μύθοι και οι θρύλοι, που κωδικοποιούν και μεταδίδουν συλλογικές συγκινησιακές εμπειρίες.

Οι θρησκευτικές και τελετουργικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι οι τελετουργίες δημιουργούν κοινά συναισθήματα που συνδέονται με σύμβολα. Μέσα από αυτή τη συμβολική φόρτιση θεμελιώνονται οι πεποιθήσεις, η ηθική, η σκέψη και ευρύτερα ο πολιτισμός. Το συναίσθημα, επομένως, δεν είναι μόνο ατομικό αλλά και συλλογικό γεγονός.

Ο Maurice Merleau-Ponty επισήμανε ότι κάθε αντικείμενο αντανακλά και συνδέεται με όλα τα άλλα, υπογραμμίζοντας τη σχεσιακή φύση της εμπειρίας. Ο George Lakoff ανέδειξε τον ρόλο της ενσώματης γνώσης: οι αφηρημένες έννοιες και οι γνωσιακές δομές χαρτογραφούνται πάνω σε σωματικές εμπειρίες μέσω μεταφορών, εικόνων και πρωτοτύπων. Έτσι, ακόμη και οι πιο σύνθετες μορφές σκέψης έχουν ρίζες στη σωματική και συναισθηματική εμπειρία.

Ο John Searle εισήγαγε τη διάκριση ανάμεσα στην ατομική προθετικότητα («εγώ προτίθεμαι να») και στη συλλογική προθετικότητα («εμείς προτιθέμεθα να»). Η δεύτερη δεν ανάγεται απλώς στο άθροισμα ατομικών προθέσεων· αποτελεί ένα πρωτογενές, βιολογικά θεμελιωμένο φαινόμενο. Η συνεργασία προϋποθέτει ότι τα άτομα μοιράζονται μια κοινή πρόθεση και αναγνωρίζουν ότι και οι άλλοι συμμετέχουν σε αυτήν. Πίσω από κάθε μορφή συνεργασίας υπάρχει αυτή η κοινή δομή στον νου των συμμετεχόντων.

Για να καταστεί δυνατή η συλλογική προθετικότητα, απαιτείται μια πιο θεμελιώδης «προ-προθετική» αίσθηση κοινωνικότητας — μια βασική εμπειρία του ανήκειν και της κοινότητας. Σύμφωνα με τον Searle, η φυσική επιλογή ευνόησε τη συνεργατική συμπεριφορά, επειδή αύξανε την προσαρμοστικότητα των μελών του ίδιου είδους. Χωρίς συλλογική προθετικότητα δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνική πραγματικότητα· και χωρίς την προ-προθετική αίσθηση κοινότητας δεν θα μπορούσε να υπάρξει συλλογική προθετικότητα.

Συνολικά, οι θεωρήσεις αυτές συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: τα συναισθήματα δεν είναι περιφερειακά φαινόμενα της ανθρώπινης ζωής. Αποτελούν θεμελιώδη μηχανισμό οργάνωσης του νου, τρόπο αποκάλυψης του κόσμου και βάση της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσω αυτών συγκροτούνται όχι μόνο οι ατομικές μας εμπειρίες, αλλά και οι συλλογικές μορφές ζωής.

 

Πηγή:

Γιωτάκος, Ο. (2023). Η προθετικότητα στον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά. Εκδόσεις Βήτα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η νευρωτική –υστερική, ιδεοψυχαναγκαστική- οργάνωση

Η νευρωτική οργάνωση του χαρακτήρα προκύπτει όταν επιμέρους χαρακτηριστικά και στάσεις συνδυάζονται με τρόπο που θυμίζει τις νευρώσεις. Ωστόσο, διαφέρει από τη νεύρωση, γιατί δεν βασίζεται σε σχηματισμούς συμβιβασμού που δημιουργεί το Εγώ για να επιλύσει μια σύγκρουση. Αντίθετα, ο σχηματισμός χαρακτήρα, ακόμη κι όταν βρίσκεται κοντά στη νεύρωση, λειτουργεί και ως τρόπος εκτόνωσης της εσωτερικής έντασης μέσα από τη συμπεριφορά και τις σωματικές εκδηλώσεις.

Η αναγνώριση του «νευρωτικού χαρακτήρα» αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη: ένα άτομο μπορεί να μην εμφανίζει εμφανή συμπτώματα, αλλά ο τρόπος που αγαπά, εργάζεται και σχετίζεται κοινωνικά να καθορίζεται από ιδεοψυχαναγκαστικούς μηχανισμούς. Η έννοια του χαρακτήρα επιτρέπει να συνδέσουμε την παρατηρήσιμη συμπεριφορά με την εσωτερική ψυχική οργάνωση, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκρούσεις, τις σχέσεις αντικειμένου, τις φαντασιώσεις, αλλά και ζητήματα ταυτότητας και οικογενειακών δεσμών.

Ο Jean Baudry διέκρινε σαφώς το σύμπτωμα από το στοιχείο χαρακτήρα. Όρισε τον χαρακτήρα ως ένα ευρύ σύνολο σταθερών και τυπικών γνωρισμάτων και στάσεων που μας επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε ένα πρόσωπο. Ο χαρακτήρας λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται εξωτερικά και σε αυτό που είναι δομικό στον ψυχισμό, υπερβαίνοντας την απλή λογική των συμβιβαστικών σχηματισμών. Τον μελέτησε σε συνάρτηση με το Εγώ, την οργάνωση του ψυχικού οργάνου, την αυτονομία, τις ασυνείδητες φαντασιώσεις, τις σχέσεις αντικειμένου, την παιδική νεύρωση και την προσαρμογή.

Από τη σταθερότητα των συμπεριφορών και των στάσεων μπορούμε να εντοπίσουμε στοιχεία χαρακτήρα. Εφόσον αναγνωρίσουμε αρκετά από αυτά, αναζητούμε έναν βασικό «οργανωτή» που να εξηγεί τη μεταξύ τους συνοχή. Αν αυτός είναι επαρκώς περιεκτικός, συγκροτεί έναν τύπο χαρακτήρα. Μέσα από τη μελέτη τέτοιων τύπων επιχειρείται η διατύπωση γενικών αρχών που εξηγούν τη δομή και την ύπαρξη του χαρακτήρα συνολικά — δηλαδή την οργάνωσή του.

Το πρώτο ψυχαναλυτικό μοντέλο ήταν ο «πρωκτικός χαρακτήρας», όπως περιγράφηκε από τον Sigmund Freud. Μια φαινομενικά απλή τριάδα γνωρισμάτων απέκτησε θεωρητικό βάθος, καθώς συνδέθηκε με έννοιες όπως η ενόρμηση, η άμυνα, η ταύτιση, η επιθετικότητα, το Υπερεγώ, η αντίληψη, η μνήμη, ο ναρκισσισμός και το τραύμα. Σε αντίθεση με λογοτεχνικούς τύπους όπως ο Don Juan, ο πρωκτικός χαρακτήρας δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αναφορά στη θεωρία των ενορμήσεων.

Ο Freud επισήμανε ότι οι στάσεις που συγκροτούν τους αμυντικούς μηχανισμούς εμπεριέχουν και ενορμητικά στοιχεία. Η γνωσιακή ιδιοτυπία των ασθενών αντανακλά την αλληλεπίδραση ενόρμησης και άμυνας, ενώ συχνά παρατηρείται έντονη αυτοκριτική και δυσκολία άμεσης έκφρασης της επιθετικότητας.

Σε δομικό επίπεδο, ο χαρακτήρας συνδέεται με το Εγώ αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό. Δεν αποτελεί ανεξάρτητη ψυχική λειτουργία με δική της ενέργεια ούτε έχει από μόνος του αιτιώδη δύναμη. Είναι το αποτέλεσμα της συνθετικής και απαρτιωτικής δράσης του Εγώ. Τα στοιχεία του χαρακτήρα είναι το τελικό προϊόν αυτής της επεξεργασίας. Όταν παγιωθούν, το Εγώ γίνεται δύσκαμπτο. Ο Freud τόνισε τον ρόλο των ταυτίσεων στη διαμόρφωση του Εγώ, γεγονός που εγείρει το ερώτημα αν ο χαρακτήρας αποτελεί υποδιαίρεσή του ή ιδιαίτερο γνώρισμα που διαφοροποιεί τη λειτουργία του από άτομο σε άτομο.

Εξ ορισμού, τα στοιχεία του χαρακτήρα υποδηλώνουν σταθερότητα και περιορίζουν την ελευθερία επιλογής, λειτουργώντας ως «διακόπτες» που κατευθύνουν τη συμπεριφορά. Παραμένουν σταθερά ακόμη και σε συνθήκες κινδύνου. Η δυσκαμψία του χαρακτήρα αφορά την αδυναμία αλλαγής συμπεριφοράς, ακόμη κι όταν η αλλαγή θα ήταν προσαρμοστική. Δεν πρόκειται απλώς για πείσμα· το άτομο βιώνει την αλλαγή ως απώλεια της ίδιας του της ταυτότητας.

Η αυτονομία του χαρακτήρα κατακτάται σταδιακά και προσφέρει μια σχετική ανεξαρτησία από τις συγκρούσεις, προστατεύοντας από παλινδρόμηση και αποδιοργάνωση. Ωστόσο, σε συνθήκες έντονης πίεσης μπορεί να εμφανιστούν παροδικές μεταβολές στη συμπεριφορά. Για να μιλήσουμε όμως για πραγματική αλλαγή χαρακτήρα, απαιτείται βαθιά δομική μεταβολή, όπως τροποποίηση μιας ασυνείδητης φαντασίωσης. Τελικά, η αυτονομία του χαρακτήρα συνδέεται με το υποκειμενικό αίσθημα ότι ενεργούμε με σχετική ανεξαρτησία και ελεύθερη βούληση.

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Οι επαναλήψεις και η έννοια της μεταβίβασης στην ψυχανάλυση

«Η αποτυχία της ανάλυσης της 18χρονης Dora -Ida Bauer- το 1900, η οποία εγκατέλειψε σε κατάσταση σοκ τον Freud μετά από έντεκα εβδομάδες θεραπείας, οδήγησε στην ανακάλυψη της μεταβίβασης. Ο Freud κατάλαβε εκ των υστέρων ότι σε αυτή την ανάλυση δεν συνειδητοποίησε εγκαίρως μια αντίσταση που πήγαζε από τη μεταβίβαση της εφήβου: ‘’Η μεταβίβαση, που φαίνεται να ορίζεται ως το μεγαλύτερο εμπόδιο, γίνεται ο πιο δυνατός σύμμαχος, εάν η παρουσία της μπορέσει να ανιχνευθεί και εξηγηθεί στην ασθενή’’.

 

Η Dora επισκέφθηκε τον Freud μετά την ερωτική σχέση που ανέπτυξε ο πατέρας της με την κ.Κ., τη γυναίκα ενός φιλικού ζευγαριού. Ο κ. Κ, για να εκδικηθεί την προδοσία, φλέρταρε την Dora, την κόρη του αντιζήλου του, φιλώντας τη μια μέρα ξαφνικά στο στόμα. Αυτό που τη σόκαρε, είπε στον Freud, είναι ότι όταν την έσφιξε ένιωσε το εν στύσει πέος πάνω στο σώμα της. Μετά ανέπτυξε αηδία και σοκ όταν ερχόταν σε επαφή με άνδρες, κατάθλιψη και ιδέες αυτοκτονίας» (σελ. 181).

Ο Sigmund Freud, στην περίπτωση της Dora, φαίνεται να ασκεί και ο ίδιος μια μορφή «σαγήνης», επιβάλλοντας τη δική του ερμηνεία ώστε να επιβεβαιώσει τη θεωρία του ότι τα υστερικά συμπτώματα έχουν σεξουαλική προέλευση και ότι τα όνειρα αποκαλύπτουν τις ασυνείδητες συγκρούσεις. Παρά τη διακοπή της θεραπείας, μετέτρεψε αυτή την αποτυχία σε θεωρητικό κέρδος: διαπίστωσε ότι η Dora μετέφερε στον αναλυτή συναισθήματα και σενάρια από σημαντικά πρόσωπα του παρελθόντος της. Έτσι, η σαγήνη που είχε βιώσει από τον φίλο του πατέρα της αναβίωνε στη σχέση της με τον ίδιο τον αναλυτή, ως συνέχεια μιας ακόμη παλαιότερης εμπειρίας με τον πατέρα της.

Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Freud αναθεώρησε εν μέρει τη στάση του. Το 1923 παραδέχθηκε σε υποσημείωση ότι δεν είχε αναγνωρίσει επαρκώς την έντονη ομόφυλη προσκόλληση της Dora στη μητέρα της ούτε τη σημασία του ομόφυλου έρωτα στον ψυχισμό της. Ομολόγησε ότι δεν τη βοήθησε να το συνειδητοποιήσει. Η αδυναμία του αυτή συνδεόταν και με τα θεωρητικά του όρια: ενώ στο κλινικό υλικό αναφερόταν στις πρώιμες εμπειρίες του θηλυκού σώματος και στις εσωτερικές γενετήσιες διεγέρσεις, στη θεωρία του απέρριπτε την ιδέα μιας πρωτογενούς θηλυκότητας, υποστηρίζοντας ότι το μικρό κορίτσι βιώνει τον εαυτό του ως «ευνουχισμένο αγόρι».

Η έννοια της μεταβίβασης είχε ήδη παρουσιαστεί από τον Freud το 1895 στις Μελέτες επί της Υστερίας, όπου περιγράφεται ως η μεταφορά ασυνείδητων αναπαραστάσεων στον αναλυτή — αρχικά θεωρούμενη κυρίως ως μορφή αντίστασης στην ανάκληση τραυματικών αναμνήσεων. Στην Η Ερμηνεία των Ονείρων (1900) μίλησε για «σκέψεις εκ μεταβίβασης»: όταν μια ασυνείδητη αναπαράσταση δεν μπορεί να εισέλθει αυτούσια στο συνειδητό, συνδέεται με μια προσυνειδητή ή συνειδητή παράσταση (όπως τα κατάλοιπα της ημέρας), διοχετεύοντας εκεί τη συναισθηματική της ένταση.

Αργότερα, ο Freud έδωσε έναν πιο δυναμικό ορισμό: οι μεταβιβάσεις είναι νέες εκδοχές παλαιών ενορμήσεων και φαντασιώσεων που ενεργοποιούνται στη θεραπεία και βιώνονται όχι ως αναμνήσεις του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανές εμπειρίες που αφορούν τον αναλυτή στο παρόν. Έτσι, ανοίχθηκε ένας νέος δρόμος κατανόησης του ασυνειδήτου.

Η μελέτη της μεταβίβασης εμπλουτίστηκε και από άλλους ψυχαναλυτές, όπως ο Sándor Ferenczi, ο οποίος τόνισε ότι οι ασθενείς συχνά ωθούν τον αναλυτή να ενσαρκώσει τον γονεϊκό ρόλο που ταυτόχρονα αγαπούν, φοβούνται και μισούν. Η μεταβίβαση είναι επομένως αμφιθυμική — θετική και αρνητική μαζί.

Στη σύγχρονη ψυχαναλυτική σκέψη, η μεταβίβαση δεν θεωρείται μόνο επανάληψη του παρελθόντος στο παρόν. Είναι και δημιουργία: μέσα στη θεραπευτική σχέση μπορεί να αναδυθεί και να μορφοποιηθεί ένα βίωμα που ποτέ πριν δεν είχε αναπαρασταθεί, εκφραστεί ή εγγραφεί στην ψυχική ιστορία του υποκειμένου. Έτσι, η μεταβίβαση γίνεται όχι μόνο ανάμνηση, αλλά και πρωτογενής εμπειρία.

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η θεωρία του Jerome Bruner

Ο ψυχολόγος Jerome Bruner μπορεί να θεωρηθεί ως ένας θεωρητικός που γεφυρώνει διαφορετικές προσεγγίσεις για την ανάπτυξη. Από τη μία πλευρά, υιοθετεί την ιδέα της ποιοτικής αλλαγής στη γνωστική εξέλιξη, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Jean Piaget, και από την άλλη τονίζει ότι η ανάπτυξη δεν πραγματοποιείται σε απομόνωση, αλλά μέσα σε ένα ζωντανό κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο που τη διαμορφώνει ουσιαστικά.

 

 

Για τον Bruner, το παιδί δεν είναι ένας «μικρός επιστήμονας» που πειραματίζεται μόνο του με τον κόσμο, αλλά ένα ενεργό μέλος μιας κοινότητας και ενός πολιτισμού που επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και μαθαίνει. Η γνωστική ανάπτυξη μοιάζει με ένα δυναμικό σύστημα κανόνων και στρατηγικών, το οποίο σταδιακά βελτιώνεται ώστε να ενεργοποιείται αποτελεσματικά κάθε φορά που προκύπτει μια νέα πρόκληση. Το παιδί γεννιέται με έμφυτες δυνατότητες, ένα δυναμικό προσαρμογής, το οποίο όμως χρειάζεται τα κατάλληλα ερεθίσματα για να ενεργοποιηθεί. Σε αυτό το σημείο, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι γονείς και οι δάσκαλοι, καθώς προσφέρουν εμπειρίες, γλωσσικά εργαλεία και πλαίσια νοήματος που τροφοδοτούν την ανάπτυξη.

Κεντρική έννοια στη θεωρία του Bruner αποτελεί η ενσωμάτωση. Πρόκειται για τη διαδικασία με την οποία το παιδί οργανώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του σε ανώτερες κατηγορίες, εμπλουτίζοντάς τες με νέες εμπειρίες και τροποποιώντας τις ήδη υπάρχουσες. Μέσα από αυτή τη συνεχή αναδιοργάνωση, ο νους λειτουργεί ολοένα και πιο αποτελεσματικά: μειώνονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για τη λήψη αποφάσεων και γίνεται ευκολότερη η κατανόηση των σχέσεων ανάμεσα σε αντικείμενα και γεγονότα. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν είναι ουδέτερη· επηρεάζεται από τις κοινωνικές συμβάσεις και τους κανόνες του πολιτισμού μέσα στον οποίο μεγαλώνει το παιδί.

Ιδιαίτερη σημασία έδωσε ο Bruner στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αναπαριστούν τον κόσμο. Αντί να μιλήσει για αυστηρά στάδια ανάπτυξης, πρότεινε τρεις μορφές αναπαράστασης, οι οποίες εμφανίζονται με σταθερή σειρά και η καθεμία βασίζεται στην προηγούμενη, χωρίς όμως να εξαφανίζεται. Οι μορφές αυτές παραμένουν, σε κάποιο βαθμό, ενεργές σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Η πρώτη είναι η ενεργητική αναπαράσταση, κατά την οποία το βρέφος γνωρίζει τον κόσμο μέσα από τη δράση και την άμεση επαφή με τα αντικείμενα. Ακολουθεί η εικονική αναπαράσταση, που εμφανίζεται περίπου στα δύο έτη, όταν το παιδί αρχίζει να χρησιμοποιεί νοερές εικόνες για να κατανοήσει την πραγματικότητα. Η ικανότητα αυτή προετοιμάζει το έδαφος για τη συμβολική αναπαράσταση, την πιο σύνθετη μορφή, όπου κυρίαρχο ρόλο έχει η γλώσσα. Σε αυτό το επίπεδο, το παιδί δεν περιορίζεται στο να φαντάζεται αντικείμενα και γεγονότα, αλλά τα χειρίζεται νοητικά, σχηματίζοντας αφηρημένες έννοιες που ενισχύουν την ικανότητά του να ελέγχει και να κατανοεί το περιβάλλον του.

Η εκπαίδευση κατέχει εξέχουσα θέση στη σκέψη του Bruner. Η νοητική ανάπτυξη συνδέεται με τη διαρκώς αυξανόμενη ικανότητα αναπαράστασης και κατανόησης του κόσμου, ενώ εξαρτάται από τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος αποθήκευσης εμπειριών και γνώσεων. Όσο περισσότερες και ποικιλότερες εμπειρίες αποκτούν τα παιδιά, τόσο πιο ευέλικτο και προσαρμοστικό γίνεται το γνωστικό τους σύστημα. Κεντρικό εργαλείο αυτής της διαδικασίας είναι η γλώσσα, η οποία λειτουργεί ως μέσο οργάνωσης της σκέψης και προώθησης της μάθησης.

Τέλος, η νοητική ανάπτυξη αντανακλά την αλληλεπίδραση του παιδιού με τον «δάσκαλο», όρος που περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο που συμβάλλει στην κοινωνικοποίησή του. Η χρήση συμβολικών συστημάτων ενισχύει αποφασιστικά τη διδασκαλία και τη μετέπειτα μάθηση, ενώ το παιδί, καθώς αναπτύσσεται, αποκτά την ικανότητα να διαχειρίζεται πολλαπλά και διαδοχικά γεγονότα ταυτόχρονα, γεγονός που σηματοδοτεί την αυξανόμενη πολυπλοκότητα και ωριμότητα της σκέψης του.

 

Πηγή: 

Ρούσσος, Π. 2014. Γνωστική ψυχολογία. Ανώτερες γνωστικές διεργασίες. Εκδόσεις Τόπος.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.